Του Βασίλη Κακαρούμπα[1]

Τα αναλυτικά προγράμματα αποτελούν το βασικό άξονα διαμόρφωσης της ιδεολογικής και αναπαραγωγικής λειτουργίας του εκπαιδευτικού συστήματος και προσανατολίζονται απόλυτα με τις ιδεολογικές, πολιτικές επιλογές και τους οικονομικούς σχεδιασμούς των κυρίαρχων κοινωνικών και πολιτικών δυνάμεων.

Ανατρέχοντας στην ιστορία οι στόχοι των ΑΠ ήταν πάντα συνδεμένοι με τις ανάγκες της παραγωγής, της αναπαραγωγής της εργατικής δύναμης και της διαμόρφωσης των κάθε φορά αναγκαίων χαρακτηριστικών της.

Οι ανάγκες του Φορντικού μοντέλου παραγωγής για ειδικευμένη εργασία και εξοικείωση των εργαζόμενων με την τεχνολογία έδωσαν στην εκπαίδευση τον ως τώρα χαρακτήρα της.

Η λειτουργιστική θεωρία του ανθρώπινου κεφαλαίου αποτέλεσε την κυρίαρχη εκπαιδευτική αντίληψη για μισό αιώνα, με πρότυπο τη μορφή του πολίτη με τις αξίες της ευημερίας και του τεχνικού ορθολογισμού.

Η κρίση του 72 γίνεται η αιτία

● Για αναθεώρηση του τρόπου οργάνωσης της παραγωγής, που θα εξασφαλίσει την έξοδο από την ύφεση, με τη μετατροπή των νέων τεχνολογιών σε βασικό μοχλό της «ευέλικτης» οικονομικής ανάπτυξης,

● Την επανεξέταση του χαρακτήρα,  του ρόλου και της αξίας της μισθωτής εργασίας,  με την κατάργηση κάθε έννοιας προστασίας της και αλλαγή των όρων αναπαραγωγής της.

Στις νέες συνθήκες της καπιταλιστικής ανασυγκρότησης κύρια  συνιστώσα της ανάπτυξης και της ανταγωνιστικότητας αναδεικνύεται η «καινοτομία».

Στον ευέλικτο καπιταλισμό η επίτευξη της «καινοτομίας» στηρίζεται στην άμεση και αποτελεσματική εφαρμογής της γνώσης.

Στην περίφημη «κοινωνία της γνώσης» που οι απαιτήσεις αλλάζουν ταχύτατα η προσαρμογή θα πραγματοποιηθεί μέσα στο χώρο της εκπα’ιδευσης.

Από τη Συνθήκη του Μάαστριχτ με τη διακήρυξη των τεσσάρων ελευθεριών κίνησης (κεφαλαίων, εργαζομένων, υπηρεσιών και αγαθών) απορρέουν δυο βασικές υποχρεώσεις για την εκπαίδευση.

● Η πρώτη να εργαστεί για την προώθηση της κινητικότητας των εργαζομένων μέσα από τις ευέλικτες εργασιακές σχέσεις και την ισόβια εναλλαγή απασχόλησης

● Η δεύτερη να απελευθερωθεί από το κράτος και να συνδεθεί με τις επιχειρήσεις

Η Επιχειρηματικότητα και επιχειροματοποίηση αποτελούν πλέον τα νέα βασικά χαρακτηριστικά των Ευρωπαϊκών εκπαιδευτικών συστημάτων, που προωθούνται συστηματικά και συντονισμένα.

Στη Λισσαβόνα στο πλαίσιο της ανταγωνιστικότητας και της παραγωγικότητας η δια βίου κατάρτιση τίθεται ως βασικός στόχος

Ήδη από το 2000 o ΟΟΣΑ επισημαίνει:

«Τα σχολεία είναι δημιουργήματα της βιομηχανικής κοινωνίας και θα χρειαστεί να αλλάξουν…Οι επιτυχημένες οικονομίες θα βασίζονται σε τρεις θεμέλιους λίθους την ικανότητα να είναι δημιουργικές να μετασχηματίζουν μια δημιουργική ιδέα σε καινοτομία και να την προωθούν στην αγορά αποτελεσματικά… Οι άνθρωποι θα πρέπει να καταστούν ικανοί να αξιοποιούν τις δημιουργικές ή καινοτομικές ικανότητές τους μέσα σε ασταθή περιβάλλοντα. Πρέπει να μάθουν να μαθαίνουν με πιο αυτόνομους τρόπους…».

Εκμάθηση της μάθησης η νέα κυρίαρχη αρχή.

Δεν είναι καθόλου τυχαία η επιλογή του όρου μάθηση.

Η μάθηση αφορά δεξιότητες, ικανότητες. Δεξιότητες «σύγχρονες», που θα δίνουν τη δυνατότητα στον ευέλικτο εργαζόμενο να εκτελεί διαφορετικές εργασίες, να εναλλάσσεται στις διάφορες θέσεις παραγωγής.

Σε έρευνα του ΣΕΒ την τριετία 2005-2007 που αφορούσε τις ικανότητες  που θεωρούνται απαραίτητες αναδεικνύονται

η ικανότητα προσαρμογής στο όποιο γνωστικό περιβάλλον, η ικανότητα αξιοποίησης πληροφοριών, η ικανότητα επιλογής και λήψης αποφάσεων, η ικανότητα συνεργασίας, δεξιότητες δημοσίων σχέσεων και επικοινωνίας και τέλος η ικανότητα αναπροσαρμογής και ανανέωσης της γνώσης.

Με τα δεδομένα αυτά ο ΣΕΒ ζητάει

– Προσανατολισμό της εκπαίδευσης στις ανάγκες της οικονομίας της γνώσης

– Ενσωμάτωση μηχανισμών της αγοράς που θα εξασφαλίσουν τη συνεχή προσαρμογή της.

– Εισαγωγή στοιχείων ευελιξίας με αυτονομία λειτουργίας σε επίπεδο εκπαιδευτικού ιδρύματος και παροχή σπονδυλωτών προγραμμάτων σύμφωνα με τις ιδιαίτερες ανάγκες των εκπαιδευομένων.

Στόχος ένα ευέλικτο εργατικό δυναμικό, ευπροσάρμοστο στις ραγδαία μεταβαλλόμενες ανάγκες της καπιταλιστικής παραγωγής, τόσο από την άποψη των γνώσεων και των δεξιοτήτων του, όσο και από την σκοπιά των κοινωνικών συμπεριφορών, της ιδεολογίας των ιδεολογικών πρακτικών, των αξιών και του πολιτισμού του.

Στο νέο σκλαβοπάζαρο της περίφημης αγοράς εργασίας δεν θα πουλά μόνο την εργατική του δύναμη για πολλές ή λίγες ώρες, ευκαιριακά ή συνεχόμενα, θα πουλά τη σκέψη, τη δημιουργικότητα, τη φαντασία, την προσωπικότητά του.

Είναι φανερό ότι οι στοχεύσεις αυτές δεν είναι μια νεοφιλελεύθερη ιδιομορφία όπως πολλοί διατείνονται, αλλά απότοκος της σημερινής αντιδραστικής ανασυγκρότησης του καπιταλισμού.

Οι συντηρητικές αναδιαρθρώσεις που επιχειρούνται στην εκπαίδευση αποτελούν στρατηγικής σημασίας επιδίωξη του κεφαλαίου.

Στα καθ΄ημάς «Οχήματα» της «μεταρρύθμισης» είναι το Διαθεματικό Ενιαίο Πλαίσιο Σπουδών και η εφαρμογή της Ευέλικτης Ζώνης

Το ΔΕΠΠΣ δεν αφορά όπως λαθεμένα θεωρείται την ευέλικτη ζώνη για το Δημοτικό και τις «ελεύθερες διαθεματικές εκπαιδευτικές δραστηριότητες» για το Γυμνάσιο αλλά τη συνολική αντίληψη για τη γνώση.

Το ΔΕΠΠΣ αποτελεί μια βαθιά ποιοτική τομή που αλλάζει το χαρακτήρα και το ρόλο του σχολείου.

Σύμφωνα με τις διακηρύξεις των εμπνευστών του στοχεύει στο να «διασυνδέσει» να «ενιαιοποιήσει» τις παρεχόμενες γνώσεις με την «οριζόντια διασύνδεση βασικών εννοιών» με την «αξιοποίηση κατάλληλων θεμάτων».

Η διαθεματικότητα επιχειρείται να αποτελέσει απάντηση στην αναπόφευκτη αναγκαιότητα της ενοποίησης της γνώσης, να προβληθεί υποκριτικά ως διεπιστημονική προσέγγιση της γνώσης.

Στο όνομα της «ολιστικής μάθησης» προτείνεται μια απέραντη, οριζόντια επικοινωνία θεματικών κύκλων με μια αυθαίρετη ευκαιριακή επιλογή επιμέρους πλευρών  της πραγματικότητας χωρίς μια ενιαία, οργανική σύνδεση των αντικειμένων, των γνώσεων και των πληροφοριών.

Είναι χαρακτηριστικές οι επισημάνσεις των κ.Ματσαγγούρα και Αλαχιώτη:

«Προτεραιότητα δεν έχουν οι δομές και οι οργανωμένες γνώσεις που έχουν εμπεδώσει οι επιστημονικοί κλάδοι αλλά τα υπό μελέτη θέματα…Η επιλογή των γνώσεων από τις διάφορες επιστήμες και η οργάνωσή τους γίνονται με βάση τις ανάγκες του θέματος»…«Η επιστημονική γνώση αποκτά νόημα, σπουδαιότητα και θέση στη σχολική μάθηση στο βαθμό που συμβάλλει στην κατανόηση των θεμάτων».

Χωρίς αναστολές διακηρύσσουν «Στη διαθεματική η επιστημονική γνώση αντικαθίσταται από την ποικιλόμορφη γνώση…»

που σημαίνει κατακερματισμό τη γνώσης σε πληροφορίες,  πολυμορφία χωρίς συνοχή, μηχανιστικό τρόπο αξιοποίησής της,

στοιχεία που αποτελούν τη βάση της εργαλειακής λογικής για τη γνώση με τελικό αποτέλεσμα την αποσπασματικότητα, την εφήμερη, επιδερμική προσέγγιση και την αποδιοργάνωση της σκέψης.

Η παρουσίαση στους μαθητές μόνο πληροφοριών καθιστά αδύνατη την επεξεργασία και την ιεράρχηση τους, καθιστώντας τους ανήμπορους να ερμηνεύσουν και να ταξινομήσουν τις επόμενες πληροφορίες που θα προσλάβουν.

Ανήμπορους να κατανοήσουν  τις σχέσεις, τις αλληλοεπιδράσεις, τους νόμους λειτουργίας της φύσης και της κοινωνίας.

Τα γεγονότα, η κοινωνία, οι επιστήμες, η γνώση, ο πολιτισμός απλά υπάρχουν σε ένα αχρονικό, ανιστορικό, αλλόκοτο, περιβάλλον όπου όλα αλλάζουν χωρίς να προκαλεί τίποτα τις αλλαγές.

Οι επιστημονικά καθορισμένες έννοιες όπως ύλη,  χώρος,  χρόνος,  κίνηση,  αιτιότητα,  όλο και μέρος,  συνέχεια-ασυνέχεια, μεταβλητό-αμετάβλητο, ενότητα-αντίθεση που διαμορφώνονται μέσα στο κοινωνικό, οικονομικό, πολιτικό, ιδεολογικό γίγνεσθαι

αντικαθίστανται από τις αυθαίρετες «θεμελιώδεις έννοιες» των κ. Ματσαγκούρα και  Αλαχιώτη

Η δομή, η μεταβολή, η ομοιότητα, η διαφορά, η επικοινωνία με περισσή σεμνότητα αναγορεύονται ως «συνιστώσες της έννοιας του συστήματος» που αποτελεί τη βάση της αντίληψης της «κοινωνικής ισορροπίας».

Τα παιδιά αντί να κατανοήσουν την  πραγματικότητα, τη σχετικότητα και την ιστορικότητα της γνώσης και την απελευθερωτικής της δύναμη και να διαμορφώσουν ελεύθερη κριτική συνείδηση μαθαίνουν ότι η κοινωνική πραγματικότητα είναι ένα σύνολο επιμέρους συστημάτων που αλληλεπιδρούν μεταξύ τους και η διαταραχή της λειτουργίας τους απειλεί την ύπαρξή της και θεωρείται αντικοινωνική πράξη

Στόχος του σχολείου δεν είναι να γνωρίσει το παιδί τον κόσμο, αλλά να προσαρμοστεί στον κόσμο.

Το σχολείο δε μορφώνει αλλά διαμορφώνει. Η διαμόρφωση της προσωπικότητας δεν θεωρείται αποτέλεσμα της εκπαίδευσής του, αλλά άμεσος στόχος με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά.

Ενώ φαίνεται ότι διευρύνεται η γνώση, στην πραγματικότητα στενεύει, επιμερίζεται, διαχέεται σε ένα πλέγμα οριζόντιων και παράλληλων διατάξεων, δικτύων  με πολλαπλές διασυνδέσεις και ευέλικτες ζώνες.

Το σχολείο διαχέεται στην αγορά εργασίας και οι μαθητές συνδέονται μόνο με προγράμματα τα οποία διαμορφώνονται σε πολιτικά, οικονομικά κέντρα και επιχειρήσεις.

Η ουσιαστική διαφορά μεταξύ του παλιού και του νέου βρίσκεται στο ότι ενώ πριν υπήρχαν επιμέρους γνωστικές θεωρίες, διδακτικές και παιδαγωγικές αντιλήψεις, τώρα δημιουργείται ένα συνολικό θεωρητικό πλαίσιο που ενιαιοποιεί στόχους, αντίληψη για τη γνώση, παιδαγωγικές θεωρίες, θεωρίες μάθησης, διδακτικές προσεγγίσεις και μεθόδους.

Η επιλογή του κονστρουκτιβισμού ή εποικοδομητισμού ως νέου πλαίσιου   οφείλεται στη συμβατότητά του με τις απαιτήσεις της καπιταλιστικής ανασυγκρότησης.

Ο κονστρουκτιβισμός, τέκνο του Καντιανισμού, απολυτοποιώντας την αντίθεση φαινομένου πραγματικότητας αρνείται τη δυνατότητα  γνώσης της.

Το υποκείμενο μόνο παρατηρεί, καταγράφει, εξετάζει τα φαινόμενα και ανακαλύπτει εμπειρικά τις σχέσεις που υπάρχουν ανάμεσα στα πράγματα και τα γεγονότα.

Κατά τον εποικοδομητισμό η μάθηση αποτελεί ατομική υπόθεση, προσωπική διανοητική διαδικασία και απορρέει από τη δράση, την εμπειρία του μαθητή.

Η αξατομίκευση της ευθύνης αποτελεί το νέο τρόπο κάλυψης της ταξικότητας της εκπαίδευσης.

Αν επιχειρήσουμε να προσεγγίσουμε τις επιμέρους γνωστικές περιοχές θα διαπιστώσουμε ότι στις φυσικές επιστήμες ως αλήθεια, ως γνώση ορίζεται η καλύτερη και πιο επιτηδευμένη κατασκευή για την οποία υπάρχει συμφωνία.

Αφού σύμφωνα με τον εποικοδομητισμό δεν μπορούμε να έχουμε γνώση καμίας εξωτερικής ή αντικειμενικής πραγματικότητας αλλά εμείς είμαστε αυτοί που οικοδομούμε την κατανόησή μας διαμέσου της οργάνωσης των εμπειριών μας, η επιστήμη είναι ένα νοητικό κατασκεύασμα,  νόμοι, νομοτέλειες, θεωρητικές γενικεύσεις και αρχές καταργούνται.

Όπως αναφέρεται στο ΑΠ «Ο μαθητής με την αποκλειστικά δική του δραστηριότητα της συνάρθρωσης των εμπειρικών στοιχείων θα διαμορφώνει το δικό του κοσμοείδωλο, τη δική του κοσμοθεωρία, τη δική του άποψη για τον κόσμο που πρέπει να γνωρίσει…»

Κατ΄ αντιστοιχία σκοπός της  μαθηματικής μόρφωσης δεν είναι η απόκτηση γνώσεων και δεξιοτήτων που οδηγούν στην αναστοχαστική γνώση, που σημαίνει την κριτική εφαρμογή των μαθηματικών με τελικό σκοπό την ικανότητα κατανόησης και κρίσης της πραγματικότητας αλλά κατά το ΑΠ «η ερμηνεία της εμπειρίας» «για να αποκτήσουν τα παιδιά τους δικούς τους μαθηματικούς τρόπους σκέψης»

Στο «σύγχρονο μαθησιακό περιβάλλον» του εποικοδομητισμού η μαθησιακή διαδικασία  στηρίζεται στην «αντιμετώπιση προβληματικών καταστάσεων».

Ως πρόβλημα νοείται κάθε «στιγμιαία κατάσταση που χρίζει αντιμετώπισης». Τα παιδιά χαμένα σε ένα ετερόκλητο πλήθος τέτοιων καταστάσεων μαθαίνουν να αντιδρούν αυθόρμητα χωρίς την εμπλοκή σε μια συνειδητή διαδικασία.

Η σύλληψη σχεδίου επίλυσης, που προϋποθέτει μαθηματικοποίηση της προβληματικής κατάστασης καταντά προσωπική υπόθεση που συντελείται στα πλαίσια της ομάδας που δεν είναι παρά ένα σύνολο ατόμων όπου τα ατομικά ενδιαφέροντα, οι ατομικές διαφορές και κοινωνικές διαφορετικότητες δρουν ανταγωνιστικά.

Η αναζήτηση λύσης καταντά μια προσωπική υπόθεση του πιο «ικανού» ενώ οι υπόλοιποι είναι  οι αδύναμοι κρίκοι

Στο όνομα της άρνησης του συμπεριφορισμού και του φορμαλισμού η όποια επαφή του παιδιού με τη μαθηματική γνώση είναι επιφανειακή, επεισοδιακή και ευκαιριακή χάριν της εμπλοκής σε δραστηριότητες που καθορίζουν με τον πιο απόλυτο τρόπο την αντίληψη, τη στάση και τη σκέψη του παιδιού για να «ανακαλύψει» το απόλυτα σχεδιασμένο και προκαθορισμένο.

Η μονοτονία, η ασυνάρτητη επιλογή και διευθέτηση της ύλης, η συμπίεσή της προς τα κάτω,  κυριαρχούν.

Τα μαθηματικά της απόδειξης αντικαθίστανται από τα μαθηματικά του περίπου, της εκτίμησης, της παρατήρησης, της ασυνέχειας

Στη Δ Οι δεκαδικοί διδάσκονται από την εμπειρία του ευρώ και έπονται τα δεκαδικά κλάσματα.

Στη Ε πρώτα θα επιχειρήσουν να βρουν τρόπους πρόσθεσης των κλασμάτων και μετά θα γνωρίσουν τα ομώνυμα

Στον κονστρουκτιβισμό, στηρίζεται η «επικοινωνιακή μέθοδος διδασκαλίας της Γλώσσας»

Η γλώσσα παύει να αντιμετωπίζεται σαν όργανο συγκρότησης της σκέψης, φορέας πολιτισμού και ιδεολογίας και κοινωνική διαδικασία με αποτέλεσμα να μετατρέπεται σε μέσο επικοινωνίας και σε πεδίο άσκησης δεξιοτήτων.

Αγνοείται ότι η βασική προϋπόθεση για την κατανόηση οποιουδήποτε μηνύματος είναι η γνώση της κοινωνικής πραγματικότητας, των κοινωνικών συνθηκών μέσα στις οποίες παράγεται το μήνυμα.

Η εξασφάλιση ισορροπιών η σπουδή των προωθητών της επικοινωνιακής και των συν αυτώ εκδοτικών συγκροτημάτων να εξασφαλίσουν την έγκριση δημιούργησε ένα τερατούργημα δομισμού κειμενοκεντρισμού και χρηστικής μεθόδου που εντείνει τη γλωσσική σύγχυση.

Η αντιδιαλεκτική αντίληψη για την ανάπτυξη της προσωπικότητας, η άρνηση της κοινωνικής διαδικασίας στη διαμόρφωσή της, διαπερνά την εκπαίδευση των παιδιών.

Ταυτίζοντας το περιεχόμενο της συνείδησης με τη συνείδηση καθ’αυτή η ανάπτυξη της αντιμετωπίζεται σαν «προσωπική ελευθερία» που απειλείται από την όποια μεταβίβαση αξιών και αρχών.

Η κοινωνική αναγκαιότητα στο όνομα της ατομικής ελευθερίας αντικαθίσταται από τη βουλησιαρχία και τον αμοραλισμό.

Έτσι τα παιδιά βιώνουν την αντίφαση της διαμόρφωσης «προσωπικού κώδικα αξιών» στα πλαίσια του επιχειρηματικού πνεύματος, της ανταγωνιστικότητας και του αντιεπιστημονικού ανορθολογισμού της θρησκευτικής μεταφυσικής. Η αντίφαση αυτή συμπληρώνεται από την επιβαλλόμενη αναγκαιότητα απόκτησης ευρωπαϊκής ταυτότητας και την εμμονή στον εθνοκεντρισμό και τη διατήρηση της εθνικής ταυτότητας.

Κατά το  Μ. Κατσαρό        «Το ζήτημα έχει πια τεθεί

είναι ανάγκη να σηκώσουμε άλλον πύργο ατίθασο απέναντί τους»

Είναι ανάγκη απέναντι στη κατατεμαχισμένη, αποσπασματική γνώση να διεκδικήσουμε την ενιαία πολύμορφη γνώση

1. που  Βασίζεται στα ιστορικά διαμορφούμενα θεμέλια των επιστημών.

2. που  Συμβάλλει ώστε όλα τα παιδιά να κατανοούν τους νόμους κίνησης της   κοινωνίας και της φύσης.

3. που  Διδάσκει έμπρακτα το δέσιμο  της θεωρίας με την πράξη. Τη διδασκαλία και μελέτη των διαφόρων επιστημών σε σύνδεση με τις εφαρμογές τους στην οικονομική και κοινωνική ζωή.

Είναι ανάγκη στην ταξική ουσία της αστικής παιδείας να αντιπαρατεθεί

ο στόχος της ολόπλευρης καλλιέργειας του ανθρώπου

στοιχεία του οποίου ανιχνεύονται και μπορούν να κατακτηθούν ήδη στην αντιφατικότητα του καπιταλιστικού παρόντος.

Είναι ανάγκη ο αγώνας για μια απελευθερωτική παιδεία να είναι άρρηκτα δεμένος με την πάλη για τη χειραφετημένη και χωρίς εκμετάλλευση εργασία.

Είναι ανάγκη οι ανάγκες του κόσμου της εργασίας να κυριαρχούν  στο τι, πώς, με ποιο τρόπο και για ποιο σκοπό μαθαίνουμε.

Να αντιπαρατεθούμε στην παγιωμένη αντίληψη ότι για να αλλάξει το σχολείο πρέπει πρώτα να αλλάξει η κοινωνία

Το σχολείο που αναζητούμε  δεν επιδιώκει να προετοιμάζει ανθρώπους για να προσαρμόζονται παθητικά στις έτοιμες κοινωνικές μορφές, αλλά ανθρώπους ικανούς να τις αλλάζουν και να τις καλυτερεύουν να γίνονται συνειδητά υποκείμενα της ιστορίας και της ζωής.


[1] Εισήγηση στην εκδήλωση «Το σχολείο στο σταυροδρόμι», που έγινε στην Πάτρα, Μέγαρο Λόγου και Τέχνης, εκ μέρους της Αγων. Συσπείρωσης α/βάθμιας Πάτρας, στις 12-02-2009

Advertisements