Του Γιάννη Αρβανίτη[1]

Πριν από μισό αιώνα περίπου ο Αϊνστάιν έγραφε «Ο απεριόριστος ανταγωνισμός οδηγεί σε όλο και μεγαλύτερη σπατάλη εργασίας και έτσι παραμορφώνει την κοινωνική συνείδηση των ανθρώπων. Θεωρώ την παραμόρφωση αυτή των προσωπικοτήτων το μεγαλύτερο κακό του καπιταλισμού. Ολόκληρο το εκπαιδευτικό σύστημα πάσχει απ’ αυτό το κακό. Το υπέρμετρο αίσθημα του ανταγωνισμού εμφυτεύεται στους φοιτητές, που τους μαθαίνουν να θέτουν υπεράνω όλων την επιτυχία, ως προετοιμασία για τη μελλοντική τους καριέρα».

Πολύ πιο πριν ο Προμηθέας, στην κορυφαία ίσως στιγμή της παγκόσμιας λογοτεχνίας, πέθαινε καθημερινά πάνω στον Καύκασο, με το γνωστό τρόπο, γιατί ασέλγησε σύμφωνα με τους από πάνω, προσφέροντας τη φωτιά στους ανθρώπους, δηλ. Την αναγκαία και απελευθερωτική συνάμα γνώση της εποχής, που με ιδιοτέλεια κρατούσαν και χρησιμοποιούσαν αυτοί.

Οι πιο συναρπαστικές και καρποφόρες εποχές στην ιστορία ήταν οι εποχές που τέθηκε συνολικά το ζήτημα της γνώσης στην κοινωνία (με τα δεδομένα κάθε εποχής βέβαια), όπως ο Διαφωτισμός της αρχαιότητας με τους Σοφιστές, η Αναγέννηση, ο ευρωπαϊκός Διαφωτισμός, ο ύστερος Νεοελληνικός Διαφωτισμός παιδί του οποίου ήταν το εκπαιδευτικό κίνημα των αρχών του 20ου  αιώνα.

Ο ανταγωνισμός, η ιδιοποίηση και η στρέβλωση της γνώσης θεωρώ ότι αποτελούν τις εσωτερικές πληγές που μολύνουν το σημερινό σχολείο και το οδηγούν στην απαξίωση.

ΣΗΜΕΡΑ το σύνολο των εκπαιδευτικών πολιτικών της τελευταίας 20ετίας, όπως αποτυπώνονται στις συνθήκες της Μπολόνια, του Βερολίνου και της Λισαβόνας επιχειρούν να επιβάλλουν και να θεσμοθετήσουν την άμεση ευέλικτη και καθολική υπαγωγή της εκπαιδευτικής και ερευνητικής διαδικασίας στις ανάγκες της κερδοφορίας ντου κεφαλαίου. Έτσι η αστική εκπαιδευτική πολιτική συνδέεται με μια πρωτόγνωρη εκμετάλλευση και στρέβλωση του ρόλου της επιστήμης και της θεωρητικής προόδου της ανθρωπότητας. Ως πρώτο ζήτημα της εκπαίδευσης θέτουν την απόκτηση από τους μαθητές και φοιτητές θραυσμάτων γνώσης, πληροφοριών και δεξιοτήτων με τη μεγαλύτερη δυνατή πειθάρχηση.

Η αστική πολιτική στη γνώση συνοδεύεται από αναλυτικά προγράμματα που αντιμετωπίζουν κάθε επιστημονικό πεδίο αποσπασματικά, συχνά συγκαλυμμένο από αντιεπιστημονικές ή θεοκρατικές αντιλήψεις εντείνοντας τη σύγχυση και τη αδυναμία των νέων ανθρώπων να κατανοήσουν την πραγματικότητα και την αλήθεια για τη ζωή.

Στις ιστορικές επιστήμες κυριαρχεί η τεχνοκρατική προσέγγιση, η ανερμήνευτη παράθεση γεγονότων, η απόκρυψη άλλων, η αποσπασματικότητα που αίρει τη δυνατότητα σφαιρικής προσέγγισης, η πλήρης αποσιώπηση του ρόλου των τάξεων.

Τα μαθηματικά, ο κλάδος που αντικειμενικά καλλιεργεί τη φαντασία και το συλλογισμό, μετατρέπονται σ’ ένα ακατάληπτο σύνολο φορμαλισμών.

Στις θετικές επιστήμες, η υλικότητα του κόσμου, η σχέση ανάμεσα στο αίτιο και αποτέλεσμα, το τυχαίο και το αναγκαίο, δίνουν τη θέση στην άποψη ότι  αυτός δηλ. ο σημερινός  είναι  ο τελικός λόγος των επιστημών, και αυτό σαν άθροισμα πληροφοριών, με αμφίβολη για τους διδασκόμενους την καθημερινή τους χρησιμότητα.

Οι κοινωνικές επιστήμες, που αποτελούν ένα πανόραμα του πολιτισμού και της εξέλιξης  των κοινωνιών και του ανθρώπου, επισκιάζονται από δόγματα όπως αυτό «της αιώνιας φύσης του ανθρώπου»  τα οποία λειτουργούν ως πυλώνες κεντρικών ιδεολογημάτων, όπως  «η θρησκευτικότητα είναι έμφυτη», «οι εθνικοί και κοινωνικοί αγώνες είναι σύμφυτοι με την ιδιοσυγκρασία του Έλληνα», «η ανταγωνιστικότητα και το ‘‘επιχειρείν’’ είναι εγγεγραμμένα στο πολιτισμικό DNA» κτλ.

Αυτή η νέας κοπής μερικότητα και αποσπασματικότητα, επιδρά στην ίδια τη ΔΟΜΗ της εκπαίδευσης. Ο τεμαχισμός της συνοδεύεται με τον αντίστοιχο παραπέρα πολυκερματισμό των εκπαιδευτικών ιδρυμάτων (δέσμες που εκμηδενίζουν ολόκληρα γνωστικά πεδία, Γενικά Λύκεια, Μουσικά, ΕΠΑΛ, ΕΠΑΣ, Πειραματικά, Πρότυπα, Εκκλησιαστικά, ΙΕΚ), εξασφαλίζοντας έτσι το αναγκαίο εργατικό δυναμικό του ευέλικτου, του πειθαρχημένου, του προσαρμόσιμου, του μισοειδικευμένου, του απασχολήσιμου.

Αν  η διάσπαση της γνώσης είναι το κυρίαρχο χαρακτηριστικό της εκπαιδευτικής πολιτικής ταυτόχρονα εμφανίζονται απόπειρες ενιαιοποίησης, έστω επιδερμικής, φοβισμένης, με ταλαντεύσεις, με βήματα μπρος-πίσω, π.χ. Διαθεματική προσέγγιση,»μεταρρύθμιση» Αρσένη με εξεταζόμενα όλα τα μαθήματα, Περιβαλλοντικά Προγράμματα, κτλ.

ΓΙΑΤΙ; Η αστική τάξη στη νέα  οργάνωση της εργασίας,  έξω από τις παροδικές και πρόσκαιρες επιθυμίες, στόχους και συμφέροντα, αντικειμενικά έχει ανάγκη, σήμερα, ενός εργαζόμενου με φαντασία, αυτενέργεια, συνθετική ικανότητα και κριτική.

Αυτά τα χαρίσματα οφείλει να τα  καλλιεργεί στην εκπαίδευση, έως το σημείο που επιβάλλει το νέο εργασιακό μοντέλο και να διακόπτει βίαια στο σημείο που θεωρεί ότι μπορεί να ωθήσουν στην πνευματική χειραφέτηση. Το σημείο τομής είναι διαρκώς  επανακαθοριζόμενο και ζητούμενο.

Γι’ αυτό  διασπά τη γνώση στον πυρήνα της και την ενιαιοποιεί φοβισμένα και επιδερμικά στην περιφέρειά της. Έτσι όμως η εκπαίδευση, όλο και περισσότερο υποτάσσεται  στην ανάγκη διαμόρφωσης του νέου εργασιακού μοντέλου. Δηλαδή  ενός ευέλικτου εργατικού δυναμικού προσαρμόσιμου στις ραγδαία μεταβαλλόμενες ανάγκες της καπιταλιστικής παραγωγής, τόσο από την άποψη των γνώσεων και των δεξιοτήτων, όσο και από τη σκοπιά των κοινωνικών συμπεριφορών.

Στη θέση λοιπόν του παλιού  «μερικού  ‘‘φορντικού’’ εργαζόμενου υπηρέτη μιας μερικής μηχανής», επιχειρούν να διαμορφώσουν  «το σύγχρονο με αυτενέργεια μερικό εργαζόμενο μιας σύνθετης μηχανής». Αντί δηλαδή  η μηχανή να ’ναι άλογη προέκταση του ανθρώπου και στην υπηρεσία του, αντιστρέφουν αυτή τη σχέση και μετατρέπουν τον άνθρωπο-εργάτη σε προέκταση της μηχανής.

Όλ’ αυτά οδηγούν  βαθμιαία στην παρακμή της κριτικής διάνοιας, δηλ. της αναγκαίας και θεμελιώδους ικανότητας του ανθρώπου να κατανοεί σε ποιον κόσμο καλείται να ζήσει, ποιες ανάγκες με την εργασία του να υπηρετεί. Γι’ αυτό η ασκούμενη πολιτική στη γνώση δεν αφορά αποκλειστικά το γνωστικό μπαγκράουντ, αλλά επιδρά και προσδιορίζει  ΧΑΡΑΚΤΗΡΟΛΟΓΙΚΑ, τις υπό διαμόρφωση νέες συνειδήσεις και προσωπικότητες. Έτσι λοιπόν αν ο άνθρωπος είναι το προϊόν των κοινωνικών του σχέσεων και των γνώσεων που προσλαμβάνει, τότε στη σημερινή θρυμματισμένη και αλλοτριωμένη γνώση οφείλουμε να αναζητήσουμε το βαθμό συμμετοχής ή καλύτερα ενοχής για το σημερινό μονοδιάστατο, μονομερή και αλλοτριωμένο άνθρωπο.

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΙΚΑ. Η αστική πολιτική απέναντι στη γνώση είναι εξαιρετικά ιδιοτελής. Προσλαμβάνει και αξιοποιεί από το όλο της γνώσης εκείνα τα στοιχεία που κατανοεί ότι είναι άμεσα αξιοποιήσιμα στην οικονομική και κοινωνική στρατηγική της. Απορρίπτει, συγκαλύπτει ή στρεβλώνει από τον πυρήνα της, ό,τι κατανοεί ή διαισθάνεται πως έρχεται σε αντίθεση με τα κυρίαρχα δόγματα και μπορεί να λειτουργήσει σε μια απελευθερωτική κατεύθυνση.

Το ζητούμενο λοιπόν είναι: με ποιους όρους και προϋποθέσεις μπορεί να αρθεί αυτή η διάσπαση της γνώσης;  Ο όποιος ρομαντισμός για επιστροφή στην ερασμιακή γνώση, νομίζω, είναι αδιέξοδος και ουτοπικός στο πλαίσιο των αναγκών του σημερινού κοινωνικό-οικονομικού μοντέλου,  μα και ταυτόχρονα συντηρητικός σε σχέση με τις εκρηκτικές δυνατότητες  της  εποχής για πνευματική χειραφέτηση. Η αποδοχή ορισμένων αρχών διαμορφώνει, νομίζω, το πλαίσιο αρχών που τείνει προς το σχολείο των αναγκών, ενιαιοποιεί τη γνώση και διαμορφώνει δυνατότητες για πνευματική και κοινωνική χειραφέτηση των νέων.

Αποδοχή 1η: Η παιδεία είναι συμβατή και αντιπαραθετική σε κάθε είδους διακρίσεις, στις ανισότητες, στον αποκλεισμό, στις διαχωριστικές γραμμές που διαμορφώνουν οι κατακερματισμένες γνώσεις, στις κατατμήσεις  Γυμνασίων, Λυκείων, Σχολών.

Αποδοχή 2η: η παιδεία είναι ασύμβατη και αντιπαραθετική στην επιχειρηματοποίηση – ιδιωτικοποίηση.

Αποδοχή 3η: είναι ασύμβατη σε  κάθε μορφή ιδιωτικής παιδείας και παραπαιδείας.

Αποδοχή 4η: Η  μόρφωση και η γνώση είναι ισότιμο δικαίωμα και ανάγκη όλων.

Απέναντι στην κατατεμαχισμένη και αποσπασματική γνώση, τη γνώση «άθροισμα πληροφοριών», η ΓΝΩΣΗ για να είναι ΕΝΙΑΙΑ και ΠΟΛΥΜΟΡΦΗ πρέπει:

Να «επιστρέφει» και να βασίζεται στα ιστορικά διαμορφωμένα θεμέλια των επιστημών.

Να συμβάλλει ώστε όλα τα παιδιά να διεισδύουν άφοβα και τολμηρά στους νόμους κίνησης της κοινωνίας και της φύσης.

Να καλλιεργεί τις ιδιαίτερες κλίσεις. Πρότυπο δεν μπορεί να είναι η ομοιότητα διαφόρων απομονωμένων και αλλοτριωμένων ατόμων της κατακερματισμένης κοινωνίας των ιδιωτών, αλλά η ενότητα, η αλληλεγγύη των ανθρώπων μέσω της αμοιβαίας διάκρισής τους και της αναγνώρισης της συνεισφοράς τους.

Να διδάσκει έμπρακτα το δέσιμο της θεωρίας με την πράξη, τη διδασκαλία και μελέτη των διαφόρων επιστημών με τις εφαρμογές τους στην οικονομική και κοινωνική ζωή.

Να αντιμετωπίζει την κατάκτηση της γλώσσας (μητρικής και ξένης), όχι απλά ως μέσο επικοινωνίας αλλά ως όργανο σκέψης και συνειδητής συλλογικής εργασίας.

Με αυτές τις παραδοχές, μπορούμε, νομίζω, να μιλήσουμε για το ενιαίο 12χρονο, βασικό, δημόσιο και δωρεάν σχολείο για όλα τα παιδιά – σχολείο της ενιαίας και πολύμορφης γνώσης. Το ενιαίο 12χρονο προϋποθέτει ένα τύπο σχολείου με ενιαίο πρόγραμμα, ενιαία σύγχρονη υλικοτεχνική υποδομή, ενιαία και δωρεάν βιβλία, ενιαία διοίκηση και λειτουργία, με μόνιμο εκπαιδευτικό προσωπικό και με ενιαία εργασιακά δικαιώματα.

Ένα τέτοιο σχολείο θα τείνει, αφού εφοδιάζει με τα αναγκαία μορφωτικά εφόδια, να ανακαλύπτει το μαθητή, να αξιοποιεί τις ιδιαίτερες κλίσεις, δεξιότητες και το ταλέντο. Στη βάση αυτή μπορεί να κατευθύνει, δηλ. να κατανέμει στην επόμενη βαθμίδα. Η κατανομή αυτή είναι ξένη και ριζικά αντίθετη στη σημερινή, κοινωνικά και οικονομικά προσδιορισμένη, παίρνει χαρακτηριστικά απελευθερωτικά.

Τέλος θεωρώ ότι είναι αυταπόδεικτο, ότι ο αγώνας για χειραφετημένη μόρφωση και παιδεία αντικειμενικά δεν μπορεί να περιορίζεται στο πλαίσιο του επίσημου εκπαιδευτικού συστήματος, ως μια όαση σε μια πνευματική, κοινωνική και πολιτισμική ερήμωση. Μια τέτοια παιδεία πρέπει να αναβλύζει απ’ όλους τους κρίκους και τους θεσμούς της κοινωνίας: εργασιακούς, πολιτισμικούς, κοινωνικούς, πολιτικούς, συνδικαλιστικούς


[1] Εισήγηση ως μέλους της Εκπ. Παρέμβασης Αχαΐας στην εκδήλωση με θέμα «το σχολείο σε σταυροδρόμι», στις 12-02-2009 στο Μέγαρο Λόγου και Τέχνης στην Πάτρα.

Advertisements