Του Ευτύχη Παπαδοπετράκη[1]

-Στην κοινωνία του καιρού μας, με τα έντονα κρισιακά φαινόμενα, ποια η θέση του σχολείου;

Ζούμε πράγματι σε μια κοινωνία που η κρίση έχει αγκαλιάσει όλες τις πλευρές της ζωής, από το περιβάλλον, την οικονομία και όλους τους θεσμούς του κοινωνικού εποικοδομήματος, μέχρι φυσικά τις διανθρώπινες σχέσεις.  Θα ήταν λοιπόν παράδοξο το σύστημα παιδείας στο σύνολό του να μην βρίσκεται σε κρίση.

Πρόκειται για τον πλέον ευαίσθητο κοινωνικά θεσμό που από τη φύση του είναι (ή πρέπει να είναι) σε συνεχή κίνηση και αλλαγή. Κίνηση που δεν υπαγορεύεται τόσο από τις τεχνολογικές αλλαγές και τη ραγδαία συσσώρευση νέων γνώσεων, αυτά είναι ουσιαστικά προφάσεις, όσο από το γεγονός ότι η κύρια συνιστώσα του συστήματος, τα παιδιά, δεν είναι ίδια από χρονιά σε χρονιά. Το ζητούμενο είναι, μετασχηματιζόμενο το σχολείο  προς τα πού κινείται; Προς το σχολείο της αγοράς και της πληροφορίας ή προς το σχολείο  του Ανθρώπου και της γνώσης;

-Οδεύει λοιπόν το σχολείο αλλά και ταυτόχρονα είναι!!

Βεβαίως! Τα ο ελληνικό σχολείο οδεύει «αεί μεταρρυθμιζόμενο» προς το σχολείο της αγοράς και της πληροφορίας, αλλά και ταυτόχρονα είναι. Και είναι η ιστορία του, με την έννοια ότι επιζούν, και ένεκα αδράνειας και ένεκα ενσυνείδητης αντίστασης λειτουργών του, πολλά από τα θετικά αλλά και από τα αρνητικά του παρελθόντος του. Με δυο λόγια, από τη συγκρότηση του νεοελληνικού κράτους το Ελληνικό σχολείο πέρασε από τρείς χονδρικά φάσεις: Από το προβιομηχανικό Χερμπαρτιανό σχολείο που εγκαθίδρυσαν οι Βαυαροί, με μια μικρή στάση στο σχολείο του όποιου κοινωνικού κράτους (1963-1985), έχει ήδη περάσει στο σχολείο της αγοράς.

Είναι αλήθεια πως το έντονα μιλιταριστικό βαυαρικό σχολειό είχε ανάγκη από ένα στρατηγό, ένα αφέντη πρωθιερέα  με το βούρδουλα στο χέρι, με τον ίδιο τρόπο που το σημερινό σχολείο της αγοράς έχει ανάγκη από το μαθητή-πελάτη. Κι’ αφού «ο πελάτης έχει πάντα δίκιο» το σημερινό σχολείο δεν μπορεί παρά να είναι μαθητοκεντρικό!!

Από τη μια ακρότητα στην άλλη. Από το ένα λάθος στο αντίθετό του που είναι δυό φορές λάθος. Η αντίθεση δασκάλου – μαθητή, αντανάκλαση της κυρίαρχης αντίθεσης κεφαλαίου – εργασίας που διαπερνά την ταξική κοινωνία του καιρού μας, δε λύνεται με την υποβάθμιση, την καταστροφή, του ενός πόλου, απλώς κουκουλώνεται μεταμφιεζόμενη. Από τη σκοπιά της μαθησιακής διαδικασίας στο μεν δασκαλοκεντρικό μοντέλο ο δάσκαλος κατέχει τη γνώση και, ως σύγχρονο Αιγυπτιακό ιερατείο, την παρέχει κατά δόσεις και σε όποιους θέλει, δηλαδή προοπτικά σε όσους μπορούν να την αγοράσουν. Στο μαθητοκεντρικό, από την άλλη, τη γνώση την «ανακαλύπτει» ο μαθητής μόνος του, ή παρέα με κάποιους συμμαθητές του, όπως απαιτεί η «συνεργατική μάθηση», με τους οποίους ταυτόχρονα θα πρέπει να είναι σε συνεχή ανταγωνισμό και μάλιστα με πνεύμα επιχειρηματικότητας. Ο δάσκαλος διαχειρίζεται, λέει το νέο Α.Π., τις καταστάσεις, δηλαδή ως καλός μαγαζάτορας, ωρομίσθιος υπάλληλος πολυεθνικής, το κατάστημα αυτοεξυπηρετούμενων πελατών.

Και τα δύο μοντέλα, δασκαλοκεντρικό και μαθητοκεντρικό, είναι λαθεμένα από γνωσεοθεωρητική σκοπιά, και μάλιστα η λύση δε βρίσκεται καν στο μέσο όρο, που νομίζουν μερικοί, αλλά στη διαλεκτική υπέρβαση της αντίθεσης αυτής.

Στη σχολική βεβαίως καθημερινότητα, σε μια τάξη με 25 παιδιά αυτόματα η κατάσταση επιστρέφει στη δασκαλοκεντρική της εκδοχή ανεξαρτήτως προθέσεων.

Στην πράξη, στην καθημερινότητά του δηλαδή, το σύγχρονο Ελληνικό Σχολείο είναι ουσιαστικά η ιστορία του, με την έννοια ότι συνυπάρχουν στοιχεία από όλα τα προηγούμενα χαρακτηριστικά του, εκτός από το βούρδουλα για ευνόητος λόγους. Φυσικά με σημαντικές διαφορές από σχολείο σε σχολείο καθώς και από τάξη σε τάξη μέσα στα πλαίσια του ίδιου σχολείου. Ταυτόχρονα υπάρχουν και φωτισμένοι δάσκαλοι που είτε αυθόρμητα είτε ενσυνείδητα υπερβαίνουν διαλεκτικά την αντίθεση που περιγράψαμε παραπάνω.

-Πως θα συνοψίζαμε αυτό το μετασχηματισμό;

Με δεδομένο ότι έχουμε ήδη περάσει σε επίπεδο θεσμικού πλαισίου στο σχολείο της αγοράς, χωρίς βεβαίως ακόμη την πλήρη ιδιωτικοποίηση του συστήματος, δεν είναι υπερβολή να ισχυριστούμε ότι από το σχολείο κολαστήριο του σώματος έχουμε ήδη περάσει στο σχολείο κολαστήριο της νόησης.

-Τι εννοείς κολαστήριο της νόησης;

Εννοώ ότι το σημερινό σχολειό κατακρεουργεί τη σκέψη και τη δημιουργική φαντασία των παιδιών. Πάρτε για παράδειγμα τις μεταρρυθμίσεις των τελευταίων τριάντα χρόνων, όλες ευαγγελίστηκαν: Την καλλιέργεια της «κριτικής σκέψης»!! Την ικανότητα για εφαρμογή των αποκτημένων γνώσεων στη λύση πρακτικών προβλημάτων!! Την κατάργηση της παραπαιδείας!!

Στη πράξη, όπως διαπιστώνεται από το προνομιούχο τμήμα της νεολαίας που έχει μπει στα πανεπιστήμια, υλοποιήθηκαν ακριβώς τα αντίθετα: Η κριτική ικανότητα είναι στα αζήτητα, αφού η παπαγαλία είναι η δεσπόζουσα «μαθησιακή» μέθοδος. Και η ικανότητα για λύση πρακτικών προβλημάτων έχει μειωθεί. Η παραεκπαίδευση, (κοινώς φροντιστήρια), έχει απλώσει τα πλοκάμια της από την 1η Δημοτικού μέχρι και το Πανεπιστήμιο, και τις μετα-πανεπιστημιακές εξετάσεις του ΑΣΕΠ!!!

Πρέπει εδώ να επισημανθεί ότι όλες οι μεταρρυθμίσεις ήταν εισαγόμενες από τις μητροπόλεις του καπιταλισμού, και κύρια από τις ΗΠΑ. Ως νέο δόγμα Τρούμαν εισήχθησαν τα αποφόρια του αμερικάνικου εκπαιδευτικού συστήματος, όταν όλα τα δεδομένα έδειχναν ότι εκεί είχαν αποτύχει, με την έννοια ότι είχαν οδηγήσει ακόμη και σε «αρνητική μάθηση» δηλαδή στην έξοδο μιας βαθμίδας ξέρουν λιγότερα. Βεβαίως ο χαρακτηρισμός αποτυχία εμπεριέχει το στοιχείο της ταξικής σκοπιάς από την οποία κρίνει κανείς τα αποτελέσματα μιας μεταρρύθμισης.

-Ποιους παράγοντες λοιπόν θα χαρακτηρίζατε ως Προκρούστη της νόησης;

Έξη παράγοντες μπορεί κανείς εύκολα να εντοπίσει στα αναλυτικά προγράμματα και τα βιβλία ως καθοριστικούς. Οι παράγοντες αυτοί λειτουργούν στη πράξη, ανεξάρτητα από τις εξαγγελίες του (αντι)Παιδαγωγικού Ινστιτούτου και του Υπουργείου:

1. Ο εξοβελισμός της εποπτείας: Όλα εκείνα τα μέρη της διδακτέας ύλης, στη Φυσική κύρια και τα Μαθηματικά, στα οποία υπάρχει άμεση αισθητηριακή αντίληψη, είτε έχουν εξοβελιστεί, είτε έχουν υποβαθμιστεί, είτε διδάσκονται φορμαλιστικά σύμφωνα με κάποιο αξιωματικό μοντέλο (Γεωμετρία), δηλαδή αποκομμένα από την εποπτεία, με άλλα λόγια από τις αισθήσεις και τη προσωπική εμπειρία. Όμως, από την εποχή του Αριστοτέλη είναι γνωστός και ρητά διατυπωμένος από το μεγάλο αυτό φιλόσοφο, ο ρόλος της αισθητηριακής αντίληψης στη διαδικασία σκέψης- μάθησης- γνώσης, ως πηγή των πρώτων γνώσεων, στις οποίες εδράζεται κάθε νέα γνώση. Έκτοτε, για τη ρεαλιστική σκέψη είναι γενικά αποδεκτό ότι κατά την πραγματική διεργασία της γνώσης, δεν μπορούμε ούτε να χωρίσουμε την αισθητηριακή αντίληψη από την εννοιακή σκέψη, ούτε να χωρίσουμε την εννοιακή σκέψη (συναρτημένη με τη γλώσσα) από την αισθητηριακή όψη της γνώσης.

Έχουν σχηματίσει ένα ιδιαίτερο όλο κατά τη διεργασία της φυλογένεσης, ένα όλο που μπορεί αν διερευνηθεί από πολλές πλευρές.  Όποιος εκλαμβάνει ένα προϊόν αφαίρεσης ως πραγματικότητα πλανάται, και αν προσπαθήσει να βασίσει πάνω του τις νοητικές του κατασκευές, πλανάται δυο φορές.  Εξάλλου ο λαμπρός γεωμέτρης Φελιξ Κλάιν δεν δίστασε να παραδεχτεί: «Μου είναι αδύνατο να παρακολουθήσω ένα γεωμετρικό συλλογισμό καθαρά λογικά, χωρίς να έχω μπροστά μου διαρκώς το σχήμα στο οποίο αναφέρεται ο συλλογισμός».

2. Ο ανορθολογισμός στην εξέλιξη και την αλληλουχία της ύλης. Οι νέες γνώσεις δεν πατάνε στις προηγούμενες, η ύλη δεν εξελίσσεται πάντα από το γνωστό και συγκεκριμένο προς το άγνωστο και αφηρημένο το οποίο θα πρέπει να κατακτηθεί ώστε να αποτελέσει το αυριανό συγκεκριμένο.

3. Ο Ιμπεριαλισμός της εικόνας: Δεν είναι καθόλου υπερβολή ο ισχυρισμός πως τα σχολικά βιβλία δεν είναι πλέον βιβλία γραπτού λόγου που διανθίζεται με κάποιες εικόνες, αλλά βιβλία εικόνων που διανθίζονται  και με αποσπάσματα κειμένων, ή με κάποια κείμενα. Λείπει δηλαδή ο λόγος: ο αιτιολογικός στις θετικές επιστήμες, ο αφηγηματικός στην ιστορία, και σε μεγάλο βαθμό ο λογοτεχνικός και ποιητικός στα γλωσσικά μαθήματα.

4. Η συμπίεση εννοιών σε χαμηλότερες τάξεις. Πρόκειται για καθολικό φαινόμενο στις  δύο πρώτες βαθμίδες.

5. Ο Δογματισμός. Τα παιδιά διδάσκονται απόλυτες αλήθειες, ή αλλιώς η αλήθεια είναι εξ αποκαλύψεως. Ακόμη και στα μαθηματικά οι αποδείξεις συνεχώς υποβαθμίζονται από το σύστημα παιδεία-παραπαιδεία στη χώρα μας. Σε πιο μεταμοντέρνα εκπαιδευτικά συστήματα (Κύπρος) οι αποδείξεις έχουν καταργηθεί με ρητή κατεύθυνση. Χωρίς απόδειξη όμως δεν υπάρχουν Μαθηματικά και χωρίς Μαθηματικά δεν υπάρχουν Μαθηματικοί, αλλά χρήστες μαθηματικών! Έτσι μεγάλη μερίδα για τη προϊούσα άνοδο του ανορθολογισμού στην εποχή μας, χρεώνεται στις διδακτικές αυτές πρακτικές. Η θετική σκέψη είναι σε διωγμό και το εκπαιδευτικό σύστημα μετατρέπεται σταθερά σε θεραπαινίδα του ανορθολογισμού.

6. Η ποσότητα της ύλης, διαθεματικότητα: Το μείγμα είναι εκρηκτικό. Πολυδιάσπαση ενδιαφερόντων στα πλαίσια του ίδιου μαθήματος. Όμως ο άνθρωπος γνώρισε την πραγματικότητα, το όλον, μέσα από τις επιμέρους επιστήμες, και μόνο τότε σχημάτισε μια συγκεκριμένη εικόνα του, ανασυνθέτοντάς το. Στα πλαίσια της κάθε επιμέρους επιστήμης απαιτείται μια αυτοσυγκέντρωση για βαθύνει ο μαθητής στις έννοιες. Η διαθεματικότητα ακυρώνει αυτήν την αυτοσυγκέντρωση, σκοτώνοντας τη λογική των μαθητών στη ρίζα της.

Όλα τα παραπάνω, συνδυασμένα με την προπόνηση για τις εισαγωγικές για τα πανεπιστήμια εξετάσεις, οδηγούν στη μηχανιστική απομνημόνευση (παπαγαλία) που αποτελεί του Δούρειο Ίππο κάθε μαθησιακής διαδικασίας. Η 12χρονη εκπαίδευση της άγνοιας συνεπάγεται τραγική υποβάθμιση της κριτικής διάνοιας. Της ικανότητας δηλαδή του φυσιολογικού ανθρώπου να κατανοεί τις αιτίες αυτών που συμβαίνουν γύρω του. Να κατανοεί σε τι κόσμο καλείται να ζήσει και ταυτόχρονα να συλλάβει ως ηθική υποχρέωση και ιστορική αναγκαιότητα το καθήκον να εξεγερθεί εναντίον αυτού του κόσμου.

-Και τι μέλει γενέσθαι;

Νομίζω ότι απαιτείται ατομική και συλλογική πάλη διαλεκτικά δεμένες μεταξύ τους. Ο κάθε μάχιμος εκπαιδευτικός να αντιστρατεύεται στη πράξη και καθημερινά τους παραπάνω παράγοντες. Με μια κουβέντα στο μεταμοντέρνο ανορθολογισμό το κίνημα παιδείας να αντιτάξει το διαλεκτικό ορθολογισμό, σε όλα τα επίπεδα και με ότι αυτό συνεπάγεται. Σημείωση για τη συντακτική ομάδα: Είναι δομημένο σα κουβέντα που μπορούμε να πούμε πως έγινε μετά την εκδήλωση…

Πάτρα, Φλεβάρης 2009


[1] Ο Ευτύχης Παπαδοπετράκης είναι καθηγητής στο Τμήμα Μαθηματικών, του Τομέα Παιδαγωγικής Ιστορίας και Φιλοσοφίας των Μαθηματικών

Advertisements