Των Παναγ. Παπαναγιώτου – Βαγγ. Πασσά[1]

Η έναρξη και του νέου σχολικού έτους σημαδεύτηκε από την πολιτική κυριαρχία της κυβέρνησης, παρά τους κάποιους κλυδωνισμούς, ενώ βιώνουμε την καθοριστική επικράτηση νεοφιλελεύθερων αντιλαϊκών πολιτικών ενάντια στους εργαζόμενους, στο όνομα της μεγαλύτερης μεταπολεμικής καπιταλιστικής κρίσης.

Η ψήφιση του αντιασφαλιστικού νόμου άνοιξε διάπλατα εκτός των άλλων, όλα τα ζητήματα που αφορούν το δίπτυχο εργασία και γνώση, δηλαδή οτιδήποτε αφορά την εργασιακή, κοινωνική και μορφωτική οντότητα του ανθρώπου ως εργαζόμενου.

08-06-061Στην εκπαίδευση η κυβέρνηση συνεννοείται με ποικίλα συμφέροντα στο χώρο της παιδείας. Κόντρα στο Σύνταγμα, βρήκε τρόπους παράκαμψης του άρθρου 16  προχωρώντας στην αναγνώριση των Κ.Ε.Σ.. Τώρα προβάλλει τον «διάλογο» – απάτη, για να κερδίσει χρόνο και αμέσως μετά στοχεύει στην υλοποίηση των τριών παρακάτω βασικών πορισμάτων του ΕΣΥΠ σε συνδυασμό με την προώθηση εφαρμογής του «Καποδίστρια ΙΙ»:

Η σύνδεση του 1/3 του προγράμματος μαθημάτων κάθε σχολείου με την τοπική κοινωνία, την τοπική αγορά, αφού επιχειρήσεις της θα μπορούν να προσανατολίζουν τα εκπαιδευτικά προγράμματα και τις προτιμήσεις των μαθητών σε κατεύθυνση αναπαραγωγής του κέρδους τους.

  1. Η ελαστικοποίηση και διάλυση των εργασιακών σχέσεων και της έννοιας της συλλογικότητας, μέσα από τη μεταφορά σε περιφερειακό επίπεδο όλου του πλέγματος των προσλήψεων-διορισμών-τοποθετήσεων.
  2. Η αποδέσμευση του κράτους από την υποχρέωση της αποκλειστικής χρηματοδότησης των σχολικών μονάδων και μετακίνησης του κόστους λειτουργίας στις οικογένειες των μαθητών. Η αναζήτηση οικονομικών πόρων, ο ανταγωνισμός των σχολείων για την επιβίωσή τους, θα οδηγήσει στο κλείσιμο περιφερειακών σχολείων και στην κατηγοριοποίηση των υπολοίπων.

Το υπουργείο παιδείας ετοιμάζεται να σφίξει επώδυνα τον κλοιό στην όποια παιδαγωγική μας αυτονομία με τις προτάσεις του για την αναδιάρθρωση της βασικής εκπαίδευσης. Προσπαθεί να στήσει μέσω της διοικητικής ιεραρχίας (των Περιφερειακών διευθυντών, Διευθυντών και Προϊσταμένων εκπαίδευσης και διευθυντών σχολείων) μία ιδιόμορφη διαδικασία επικοινωνίας με τους εκπαιδευτικούς των σχολείων, όπως στις περιπτώσεις της «ονοματοδοσίας σχολείων» και της «επιμόρφωσης εκπ/κών», η οποία ουσιαστικά οδηγούσε σε απευθείας κρατικό συνδικαλισμό του ΥΠΕΠΘ με τους εκπαιδευτικούς παρακάμπτοντας τις ενώσεις – συλλόγους και τις ΟΛΜΕ-ΔΟΕ. Παράλληλα με τις ετήσιες εκθέσεις αξιολόγησης οι σχολικοί σύμβουλοι της α/θμιας εκπαίδευσης ανά τη χώρα αγνοώντας τις αποφάσεις των κλάδων, ταυτίστηκαν και υλοποίησαν τις πολιτικές και αποφάσεις του υπουργείου σε πολλά ζητήματα, όπως αυτό της  αξιολόγησης του εκπαιδευτικού έργου. Η ΔΟΕ αδράνησε χαρακτηριστικά και αντέδρασε κατόπιν εορτής, μετά από πιέσεις-αποφάσεις των τοπικών γενικών συνελεύσεων και Δ.Σ., αφού άφησε να περάσει ο χρόνος στον οποίο οι εκπαιδευτικοί έκθετοι στο διοικητικό μηχανισμό συμπλήρωναν τις εκθέσεις. Αλλά και η ΟΛΜΕ αδράνησε χαρακτηριστικά στην εγκύκλιο που απέστειλε τον Ιούνιο το ΥΠΕΠΘ στα σχολεία της β/θμιας με τον εύηχο τίτλο «προγραμματισμός εκπαιδευτικού έργου» σκοπεύοντας ανοιχτά στην επιβολή πειθάρχησης – αξιολόγησης σχολείου και εκπαιδευτικών, ως βασικού μοχλού προώθησης του σχολείου της αγοράς.

Η νεοφιλελεύθερη επικράτηση σε διεθνές επίπεδο, επέφερε ριζικές αλλαγές γενικότερα στο γνωσιολογικό και ειδικότερα στο εκπαιδευτικό σύστημα, σε κατεύθυνση ανατροπής εργασιακών σχέσεων και δικαιωμάτων. Η γενική μόρφωση, που δίνει τη δυνατότητα κατανόησης και ερμηνείας των νόμων κίνησης και εξέλιξης της φύσης και της κοινωνίας, δίνει τη θέση της σε εφήμερες, αναλώσιμες και ασύνδετες πληροφορίες εξειδίκευσης.

«Το σχολείο λοιπόν πρέπει να αλλάξει», λένε οι μεταρρυθμιστές. Έτσι το ΥΠΕΠΘ με την εκπαιδευτική του πολιτική αλλάζει το σχολείο και στο στόχο αυτό προσπαθεί να προσαρμόζει τους εκπαιδευτικούς.

Στην υλοποίηση αυτού του στόχου, η εκπαίδευση σε μεγάλο βαθμό περνά πλέον σε άλλα χέρια. Το ΥΠΕΠΘ μετατρέπεται αντικειμενικά, με σταθερούς ρυθμούς σε υπηρεσία κατάρτισης και απασχόλησης. Περίπου τα 2/3 της δικτύου παροχής εκπαίδευσης είναι έξω από το σχολείο, όπου τα διάφορα κέντρα (ΚΕΚ, ΙΕΚ) μοιράζουν αφειδώς τίτλους απασχόλησης εφήμερους και αμφιβόλου προέλευσης, πολλές φορές πλαστούς.

Το σημερινό σχολείο δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένας δοκιμαστικός σωλήνας όπου οι μαθητές οδηγούνται να μαθαίνουν σκόρπιες και ασύνδετες πληροφορίες με ανορθόδοξους αναγκαστικά τρόπους, ώστε να μπουν στην παραγωγή περιστασιακά και εφήμερα, χωρίς να μπορούν να καταχτήσουν τη γενική μόρφωση και παιδεία, εφόδια εν δυνάμει ανατρεπτικού και απελευθερωτικού χαρακτήρα.

Το σχολείο σήμερα έχει σταματήσει να είναι σχολείο των κύριων φορέων του, δηλ. εκπαιδευτικών-μαθητών, το οποίο θα υπόκειται στο δημοκρατικό έλεγχο της κοινωνίας. Έτσι οι μαθητές αντί να αγαπούν το σχολείο, το απεχθάνονται και ως εκπαιδευτικοί, πέρα από τις ευθύνες του συστήματος, δεν είμαστε άμοιροι ευθυνών. Έτσι, αντί να σηκώνουμε γενικώς τις σημαίες της αντίστασης χωρίς πολλές φορές περιεχόμενο θα ήταν καλύτερα  για το σχολείο, την κοινωνία αλλά και εμάς τους ίδιους, να ασχοληθούμε περισσότερο μ’ αυτό. Το σχολείο πρέπει να αποκατασταθεί ως ενότητα δασκάλων-μαθητών-κοινωνίας, κάτω από το άγρυπνο μάτι της ίδιας της κοινωνίας, ώστε η λειτουργία του να είναι τέτοια, που το σύνολο των μαθητών όταν το τελειώνουν να είναι ικανοί όχι μόνο για τα ΑΕΙ, αλλά και να αντιμετωπίσουν τις σύγχρονες απαιτήσεις και προκλήσεις της ζωής με διεκδικητική – αγωνιστική στάση και φρόνημα γι’ αυτήν.

Το πρόβλημα του εκπαιδευτικού κινήματος σήμερα είναι ότι το ίδιο δεν μιλά για το ΣΧΟΛΕΙΟ. Δεν μιλά για το πρόγραμμα και τη μορφή ενός  αυριανού μορφωτικού σχολείου που θα αντικαταστήσει το σημερινό με τα χαρακτηριστικά της ενότητας που αναφέρθηκε παραπάνω. Τα κόμματα και οι συνδικαλιστικές παρατάξεις, ακόμη και της αριστεράς (εντός και εκτός των τειχών) περιστασιακά (κύρια πριν από κινητοποιήσεις), αποσπασματικά και επιφανειακά ασχολούνται με το μείζον αυτό ζήτημα.

Μόνο αν αγωνιστούμε για την αποκατάσταση αυτής της διαρρηγμένης ενότητας μαθητών-εκπαιδευτικών-κοινωνίας και διεκδικήσουμε το σχολείο της μόρφωσης για όλα τα παιδιά του λαού, τότε θα αντλούμε το δικαίωμα από την κοινωνία να διεκδικούμε αιτήματα που αφορούν το μισθό μας, την ασφάλιση, τη σύνταξη, τις εργασιακές σχέσεις, την παιδαγωγική ελευθερία στο σχολείο, κ.ά. Αν δεν το έχουμε αυτό ως προμετωπίδα των αιτημάτων μας τότε η κοινωνία θα αξιολογεί το σχολείο ως κοινωνικά άχρηστο και τους εκπαιδευτικούς ως προνομιούχους, αργόσχολους και αργόμισθους. Έτσι οι όποιες διεκδικήσεις, οι κινητοποιήσεις και οι αγώνες μας θα αντιμετωπίζονται με αδιαφορία, καχυποψία και εχθρότητα από την κοινωνία, τη στιγμή που οι εργαζόμενοι πλήττονται από την ακρίβεια, την ανεργία, την ανασφάλιστη και χαμηλόμισθη εργασία.

Θεωρούμε λοιπόν αδιανόητο τη συνέχιση όχι μόνο της ίδιας στρατηγικής και τακτικής στην προετοιμασία, εξαγγελία και διάρκεια της όποιας αγωνιστικής και απεργιακής μελλοντικής κινητοποίησης, αλλά και στη διατύπωση και διαβάθμιση των αιτημάτων μας. Αυτά τα αιτήματα σχολείου δεν μπορούν να μην είναι σε άρρηκτη σχέση με το  μορφωτικό σχολείο ως ενότητα που αναφέρθηκε και που η κοινωνία  αναζητά. Πολύτιμη πείρα μπορούν να αντλήσουν οι εκπαιδευτικοί από τη μεγάλη απεργία των δασκάλων, σε σχέση με την ενεργή συμπαράσταση μεγάλου μέρους των γονέων και της κοινωνίας, οι οποίοι διέβλεπαν στην κινητοποίηση των δασκάλων, πέραν των άλλων, και την αλλαγή του προσανατολισμού του σχολείου.

Σεπτέμβρης 2008


[1] Πασσάς Βαγγέλης, (δάσκαλος, Αγωνιστική Συσπείρωση Α/θμιας Εκπ/σης Πάτρας)

Παπαπαναγιώτου Παναγιώτης, (φυσικός, Εκπαιδευτική Παρέμβαση Α΄ ΕΛΜΕ Αχαΐας)

Advertisements