Της Μαρίνας Μουρατίδου, Γυμνάστριας

Η φυσική αγωγή  θα έπρεπε να έχει  έναν πρωταρχικό ρόλο μέσα στην παιδεία από την προσχολική ηλικία μέχρι την ενηλικίωση, και αν δούμε την παιδεία με την πρωταρχική έννοια της, δηλαδή ως τη συνεχή και αδιάλειπτη διαδικασία ανάπτυξης και καλλιέργειας της ανθρώπινης προσωπικότητας μέσα στην κοινωνία, τότε η φυσική αγωγή συνεχίζει να έχει σημαντικό ρόλο μέχρι το τέλος του βίου.

perasma-koino-braxwn-1Μέσα στην εκπαίδευση, συνιστά ένα από τα λίγα μαθήματα που μπορούν με φυσικό τρόπο (παιχνίδι, κίνηση, δραστηριότητα σε φυσικό περιβάλλον) να προάγουν την ανάπτυξη και το σμίλευση του ανθρώπου ως ολότητα και όχι μέσα από τον κατακερματισμό του σε σώμα, μυαλό και ψυχή. Αυτή είναι μια παράμετρος στην οποία εντοπίζεται ένα από τα βασικά προβλήματα της σύγχρονης παιδαγωγικής: ο διαχωρισμός της πνευματικής από τη σωματική δραστηριότητα.

Συγχρόνως, θα μπορούσε να είναι ένα εργαλείο για τη μάθηση κοινωνικών αξιών (συνεργασία, σεβασμός του άλλου, δικαιοσύνη, ισότητα, αποδοχή της ήττας και της νίκης) και ατομικών αρετών (δημιουργικότητα, επινόηση, θέληση, αυτοπειθαρχία, ψηλάφηση των ορίων, πείσμα, αγωνιστικότητα).

Το βασικό πλεονέκτημα της φυσικής αγωγής είναι η αδιάρρηκτη σχέση της με το παιχνίδι, για όποια μορφή κι αν μιλάμε, παιχνίδι με μπάλα, παιχνίδι σωματικών αισθήσεων με τον αέρα, το νερό, τον αέρα κ.λπ., το παιχνίδι ανακάλυψης των ικανοτήτων κ.ο.κ. Γνωρίζουμε ότι το παιχνίδι είναι για τον άνθρωπο ένα ζωογόνο και δημιουργικό κίνητρο που τον ωθεί στην προσπάθεια, στην εξερεύνηση, στην ωριμότητα. Υπάρχει μεγάλη πιθανότητα, όλα αυτά, τηρουμένων των αναλογιών, να τα εκτιμούσανε ιδιαίτερα οι αρχαίοι έλληνες και γι’ αυτό κατείχε η φυσική αγωγή κεντρική θέση στην αγωγή των νέων, ο γυμναστής ήταν ισότιμος και αντάξιος κοινωνικά με τον γιατρό και οι αγώνες ήταν όχι θέαμα και ανταγωνισμός όπως στις μέρες μας, αλλά αναπόσπαστο μέρος της πνευματικής και της πολιτισμικής έκφρασης.

Βέβαια, όλα τα παραπάνω διατυπώνονται με ευκολία και ίσως χαίρουν τη γενική αποδοχή, στην πραγματικότητα όμως μέσα στο υπάρχον εκπαιδευτικό σύστημα και ειδικά στο πλαίσιο του αναλυτικού προγράμματος, που έχει άλλες προτεραιότητες και βασίζεται σε άλλες αρχές, τα πράγματα είναι από δύσκολα έως αδύνατα. Για να γίνω πιο σαφής, στο δημοτικό για παράδειγμα δίνονται μόνο 2 ώρες φυσικής αγωγής, στο γυμνάσιο από 2 έως 3 ώρες, ενώ στο λύκειο μόνο από 1 έως 2 ώρες. Αυτή η συνθήκη από μόνη της θέτει σοβαρούς περιοριστικούς όρους, αφού τα παιδιά και οι έφηβοι έχουν ανάγκη από παιχνίδι και κίνηση καθημερινά.

Συνεπώς το παιχνίδι – η κίνηση, η φυσική δηλαδή ανάγκη των νέων, θα μπορούσε να αποτελεί το μέσο για την προώθηση της μάθησης διαφόρων πραγμάτων. (Εν αντιθέσει, στο σύστημά μας τα παιδιά είναι καθηλωμένα για περισσότερες από 5 ώρες σε μια καρέκλα, παραταγμένα απέναντι από τον πίνακα και κλεισμένα στους τέσσερις τοίχους). Αν συνυπολογίσουμε ότι το μάθημα της φυσικής αγωγής διεξάγεται σε χώρους ακατάλληλους (τσιμεντένια αυλή, δίπλα σε πολυσύχναστο δρόμο και περικυκλωμένη από κτήρια) από έναν καθηγητή φυσικής αγωγής που έχει επωμιστεί 20-30 μαθητές, τότε είναι ευνόητο γιατί οι περισσότεροι «εκπαιδευτικοί της αυλής» καταλήγουν σχεδόν να παραιτούνται, λέγοντας το γνωστό «πάρτε μπάλες και παίξτε» ή γιατί από νωρίς τα παιδιά χάνουν το ενδιαφέρον τους για το συγκεκριμένο μάθημα, όπως συμβαίνει και με τα περισσότερα.

Στα παραπάνω εν συντομία προσπαθώ να δείξω τη σημασία του μαθήματος, αλλά και τα εμπόδια πραγμάτωσης μιας φυσικής αγωγής.

….Συνεχίζεται με άλλες σκέψεις…. στο επόμενο.

Advertisements