Του Λουκά Αναγνωστόπουλου[1]

Στις μεγάλες πόλεις λειτουργούν Πειραματικά Σχολεία και στα Πανεπιστήμια Πειραματικά των Πανεπιστημίων. Το νομικό πλαίσιο που διέπει την λειτουργία τους είναι πολύ παλιό (από το 1929). Σκοπός τους, επί πλέον των σκοπών των υπόλοιπων σχολείων, είναι «η προαγωγή της ψυχοπαιδαγωγικής και εκπαιδευτικής έρευνας και η πρακτική άσκηση των φοιτητών και του εκπ/κού προσωπικού της περιοχής που ανήκουν». Ο σκοπός και ο τίτλος τους σε σχολεία όπου γίνεται έρευνα εκπ/κών-παιδαγωγικών-διδακτικών κ.λ.π. θεμάτων, δοκιμαστική εφαρμογή συμπερασμάτων, πειραματισμός αναλυτικών προγραμμάτων, εκπ/κών βιβλίων, διδακτικών καινοτομιών, κ.λ.π. Η πραγματικότητα είναι εντελώς διαφορετική. Σχεδόν τίποτα από αυτά δεν γίνεται, λειτουργούν όπως όλα τα υπόλοιπα δημόσια σχολεία. Παρατηρείται πλήρης ανυπαρξία των επί πλέον υποχρεώσεων τους.

Μέσα το γενικότερο πλαίσιο υποβάθμισης της παιδείας, βιώνουν την παντελή αγνόησή τους διαχρονικά από την πολιτεία.

Δεν λαμβάνεται καμία μέριμνα (το αντίθετο μάλιστα) ούτε από το ΥΠΕΠΘ, ούτε από το Π.Ι., ούτε από κανένα άλλο αρμόδιο φορέα, ώστε να αξιοποιηθούν για τους κάθε λογής προβληματισμούς και ζητήματα της α/βάθμιας και β/βάθμιας  εκπ/σης. Συνάμα, λόγω του ασφυκτικού νομικού συστήματος που διέπει την εκπ/ση, είναι δύσκολο έως αδύνατο να αναπτυχθούν βαθύτεροι πειραματισμοί και έρευνες από τα πανεπιστήμια και ειδικότερα τα παιδαγωγικά τμήματα. Και βέβαια ούτε τα νέα αναλυτικά προγράμματα δοκιμάστηκαν, ούτε κανένα από τα νέα βιβλία διδάχτηκε πειραματικά, έστω για λίγο. Το μόνο που πραγματοποιείται είναι κάποιες δειγματικές διδασκαλίες για φοιτητές και πρωτοδιόριστους καθηγητές.

Όπως και τα άλλα δημόσια σχολεία αντιμετωπίζουν λιγότερο ή περισσότερο εμπόδια κτιριακής και  υλικοτεχνικής υποδομής (συχνά «φιλοξενούνται» σε άλλα σχολεία) καθώς και το πρόβλημα των μεγάλων ποσοτήτων διδακτέας ύλης. Χάρη στον πατριωτισμό πολλών συναδέλφων γίνονται προσπάθειες και αναπτύσσονται ποικίλες πρωτοβουλίες, προγράμματα και δράσεις. Αυτά μέχρι και το Γυμνάσιο, γιατί στο Λύκειο, όπως  όλοι γνωρίζουμε, τα πράγματα είναι ασφυκτικά.

Οι εκπαιδευτικοί επιλέγονται κατόπιν αίτησής τους από το ΚΥΣΔΕ με αυξημένα αντικειμενικά κριτήρια (διδακτορικό, μεταπτυχιακό, επιμορφώσεις, κλπ) αφού έχουν συμπληρώσει 5ετή υπηρεσία. Οι μαθητές εγγράφονται με αίτησή τους και με κλήρωση όταν οι θέσεις δεν επαρκούν. Πρόκειται δηλαδή για παιδιά από οικογένειες που επιδιώκουν να φοιτήσουν σε αυτά τα σχολεία και που κατά συνέπεια έχουν αυξημένο ενδιαφέρον για τη μόρφωσή τους. Έτσι το γνωστικό επίπεδο και η επίδοσή τους είναι γενικά υψηλότερη του συνηθισμένου. Αυτό δημιουργεί ευνοϊκές προϋποθέσεις για την ανάπτυξη του εκπαιδευτικού έργου, αλλά και εγκυμονεί κινδύνους «ελιτισμού» και ανταγωνιστικότητας. Σοβαρό εμπόδιο στη σωστή δουλειά του δάσκαλου αποτελεί ο μεγάλος αριθμός των μαθητών ανά τμήμα: συνήθως 30, όπως απαιτεί εντολή του ΥΠΕΠΘ με βάση το γράμμα του νόμου.

Η κοινωνική προέλευση των μαθητών είναι κυρίως από μικρομεσαία και άνω στρώματα, καθώς και ανώτερου μορφωτικού επιπέδου (έμποροι, εκπαιδευτικοί, πανεπιστημιακοί, δικηγόροι, γιατροί, μηχανικοί, δημόσιοι υπάλληλοι κλπ). Ουσιαστικά απουσιάζουν παιδιά αγροτικής, αλλά κυρίως εργατικής προέλευσης καθώς και παιδιά μεταναστών. Αυτό όχι από απαγόρευση, αλλά από άγνοια ή κουλτούρα. Πρόκειται για ένα σημαντικό ζήτημα που πρέπει οι συνάδελφοι των σχολείων αυτών να αναλάβουν και να βρούν τους προσφορότερους τρόπους ώστε να γίνει ο πληθυσμός τους κοινωνικά αντιπροσωπευτικότερος.

Η κοινωνία και η πολιτεία πρέπει να δείξουν μεγαλύτερη φροντίδα και ενδιαφέρον για τα πειραματικά, έτσι ώστε να γίνουν σχολεία που να ασκούν το χρησιμότατο ρόλο τους. Συγκεκριμένα πρέπει να εκσυγχρονιστεί το θεσμικό τους πλαίσιο και να δοθεί ελευθερία, ώθηση και έμπνευση στη δουλειά τους, με απώτερο στόχο να παίξουν ουσιαστικό πειραματικό αλλά και πιλοτικό ρόλο για την ποιοτική ανέλιξη του δημόσιου σχολείου γενικότερα.

Μάρτιος 2009


[1] Ο Λουκάς  Αναγνωστόπουλος είναι μαθηματικός στο Πειρ. Γυμν. ΑΕΙ Πάτρας