Του Τάκη Φωτόπουλου

Ελευθεροτυπία 11-04-09

Με την κρίση συνεχώς να επιδεινώνεται, παρά την αυξανόμενη καταχρέωση πολλών κρατών (μεταξύ των οποίων βέβαια και η «ισχυρή» -αλλά υπό επιτήρηση- Ελλάδα!), την οποία θα πληρώσουμε όχι μόνο εμείς αλλά και η επόμενη γενιά, και την συνακόλουθη κοινωνική αναταραχή να εντείνεται παντού, η υπερεθνική ελίτ (όπως εκφράζεται πολιτικά από την «Ομάδα των 7») ήταν αναγκασμένη να πάρει επείγοντα μέτρα με βάση τους εξής δύο στόχους.

Πρώτον, να εισαγάγει κάποιους απαραίτητους ρυθμιστικούς ελέγχους σε διεθνές επίπεδο πάνω στις χρηματοπιστωτικές αγορές, δεδομένου ότι οι αγορές αυτές, στη σημερινή παγκοσμιοποιημένη οικονομία, έχουν «απελευθερωθεί» σχεδόν από κάθε είδους έλεγχο. Και όχι μόνο από κοινωνικούς ελέγχους, είτε με την στενή έννοια[1] που αποβλέπουν στην προστασία ανθρώπων και Φύσης από την αγοραιοποίηση, είτε  με την ευρεία έννοια που αποβλέπουν κυρίως στην προστασία των οικονομικών ελίτ από τον ξένο ανταγωνισμό -που μπορεί όμως να έχουν και κάποια ευνοϊκά αποτελέσματα για την υπόλοιπη κοινωνία. Αλλά και από καθαρά ρυθμιστικούς ελέγχους που αποβλέπουν στη δημιουργία ενός σταθερού πλαισίου για την εύρυθμη λειτουργία της οικονομίας της αγοράς, χωρίς να επηρεάζουν τον βασικά αυτορυθμιζόμενο χαρακτήρα της. Το αναπόφευκτο αποτέλεσμα της απελευθέρωσης των αγορών γενικά, και των χρηματοπιστωτικών αγορών ειδικότερα, ήταν η δημιουργία συνθηκών καλπάζουσας κερδοσκοπίας και συναφούς κερδοφορίας, αλλά και ακραίας αστάθειας στις διεθνείς χρηματοπιστωτικές αγορές, που οδήγησαν στην σημερινή πελώρια κρίση, η οποία απειλεί όχι μόνο την νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση αλλά, δυνητικά, ολόκληρο το σύστημα της οικονομίας της αγοράς και το πολιτικό της συμπλήρωμα (αντιπροσωπευτική «δημοκρατία») που χαρακτηρίζει ολόκληρη την νεωτερική περίοδο.

Δεύτερον, να προωθήσει τον μύθο μιας Νέας Παγκόσμιας Τάξης που δήθεν βασίζεται σε ένα καπιταλισμό που μεριμνά και σε κάποιο αντίστοιχο είδος κρατισμού (αν όχι και σοσιαλισμού!). Η προβολή αυτού του μύθου έγινε ιδιαίτερα αναγκαία όταν ήταν πια φανερό πως η κοινωνική αναταραχή εξαπλωνόταν σε αναλογία με το βάθεμα της κρίσης, τις συνέπειες της οποίας πληρώνουν -όπως πάντα- τα θύματα της με ανεργία και φτώχεια, ενώ οι ελίτ που την προκάλεσαν εξακολουθούν να ζουν την πολυτελή ζωή τους. Παρόλα αυτά, εκτός από τους σοσιαλ-φιλελεύθερους (Σοσιαλιστική Διεθνής κ.λπ.), ακόμη και πολλοί στην ρεφορμιστική Αριστερά (υποστηρικτές του Παγκόσμιου Κοινωνικού Φόρουμ κ.α.) δεν είχαν δισταγμούς να υιοθετήσουν τον μύθο αυτό, συμβάλλοντας στην σύγχυση που προκαλεί η έλλειψη ενός μαζικού αντισυστημικού κινήματος με σαφείς στόχους και στρατηγική για την αντικατάσταση του σημερινού συστήματος, αλλά και αποπροσανατολίζοντας τα λαϊκά στρώματα για το δήθεν τέλος της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης.

Στη πραγματικότητα, όμως,  οι αποφάσεις των «20» απλώς επιβεβαιώνουν την πρόβλεψη της στήλης ότι σήμερα περνάμε από την νεοφιλελεύθερη σε μια σοσιαλφιλελεύθερη συναίνεση, όπου η ουσία της σημερινής παγκοσμιοποίησης παραμένει ανέγγιχτη. Το γεγονός αυτό γίνεται φανερό από το γεγονός ότι στη συνδιάσκεψη των «20» όχι μόνο δεν έγινε συζήτηση για επαναφορά των κοινωνικών ελέγχων με την στενή έννοια (κοινωνική ασφάλιση, κοινωνικοποιημένα συστήματα υγείας και εκπαίδευσης, μακρό-οικονομικοί έλεγχοι για την εξασφάλιση πλήρους απασχόλησης κ.λπ.) που χαρακτήριζαν την κρατικιστική περίοδο της σοσιαλδημοκρατικής συναίνεσης. Αλλά, επιπρόσθετα, καταδίκασαν με τον πιο έντονο τρόπο και τους κοινωνικούς ελέγχους με την ευρεία έννοια (έλεγχοι στις εισαγωγές/εξαγωγές κεφαλαίου και εμπορευμάτων) με βάση τον μπαμπούλα του προστατευτισμού, παρά το γεγονός ότι επανεισαγωγή παρόμοιων ελέγχων θα έκανε δυνατή τη σημαντική μείωση της ανεργίας. Είναι μάλιστα χαρακτηριστικό ότι στην καταδίκη παρόμοιων προστατευτικών μέτρων των ντόπιων επιχειρήσεων πρωτοστάτησαν -όχι τυχαία- τα δήθεν οικονομικά «θαύματα» της Κίνας, Ινδίας κ.λπ. που στηρίζουν σήμερα την «ανάπτυξη» τους στα μοντέλα εξωστρεφούς ανάπτυξης που καθιέρωσε η νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση, δηλαδή στις ανοικτές και απελευθερωμένες αγορές εμπορευμάτων, κεφαλαίου και εργασίας.

Αυτό εξηγεί και το γιατί δεν ήταν καν στην ατζέντα των «20» οποιαδήποτε επαναφορά πραγματικών κοινωνικών ελέγχων στις αγορές, μέσω π.χ. της επανεισαγωγής Κευνσιανών πολιτικών σε μόνιμη βάση -σε αντίθεση με τις προσωρινές ψευδο-Κευνσιανές πολιτικές που πρότειναν οι Αγγλοαμερικανοί για την έξοδο από την κρίση, οι οποίες, με την ακόμη μεγαλύτερη αύξηση του χρέους που θα έφερναν, αναπόφευκτα, θα οδηγούσαν στην τελική αποσύνθεση των υπολειμμάτων κοινωνικού κράτους. Ο λόγος είναι ότι, ενώ παρόμοιοι μόνιμοι έλεγχοι ήταν απόλυτα συμβατοί με την κρατικιστική περίοδο όταν οι αγορές ήταν σε σημαντικό βαθμό ελεγχόμενες από τις εθνικές ελίτ και η εσωτερική ενεργός ζήτηση καθόριζε την οικονομική μεγέθυνση και ανάπτυξη, το σημερινό άνοιγμα και απελευθέρωση των αγορών τους κάνει αδιανόητους. Με άλλα λόγια, το κέντρο οικονομικής πολιτικής δεν βρίσκεται πια στην ελίτ του κάθε κράτους-έθνους αλλά στην υπερεθνική ελίτ και στις πολυεθνικές.

Οι μόνοι, επομένως, έλεγχοι που μπορούσαν να καθιερώσουν οι «20» για να μειώσουν τον κίνδυνο παρόμοιων κρίσεων στο μέλλον, αφού προηγουμένως τους «διεθνοποιούσαν» όπως επιβάλλει η σημερινή παγκοσμιοποίηση, ήταν οι καθαρά ρυθμιστικοί έλεγχοι οι οποίοι ήταν πάντα απαραίτητοι για την αναπαραγωγή της οικονομίας της αγοράς. Έτσι, οι «20» αποφάσισαν την επιβολή κάποιων ελέγχων στα hedge funds και στους φορολογικούς παραδείσους, καθώς και στα μπόνους των τρωκτικών στους χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς. Ακόμη, αντικατέστησαν  το «Φόρουμ» για την χρηματοπιστωτική σταθερότητα από μια Επιτροπή με εξουσίες επιτήρησης των τραπεζών και διεθνών αγορών που (δυνητικά) θα μπορούσε να εξελιχθεί σε παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό ρυθμιστή. Συγχρόνως, αύξησαν σημαντικά την δανειστική ικανότητα του ΔΝΤ, όχι βέβαια από κάποια έξαρση αλληλεγγύης, αλλά γιατί το επόμενο μεγάλο «κανόνι» που τρέμει η υπερεθνική ελίτ είναι αυτό από τις χώρες του τ. «υπαρκτού» οι οποίες, αφού «σώθηκαν»  από τον κομουνισμό, τώρα είναι στο χείλος της χρεοκοπίας, σαν συνέπεια της καταστροφής της παραγωγικής δομής τους που έφερε το άνοιγμά τους στην καπιταλιστική οικονομία της αγοράς![2] Όμως, το μέτρο αυτό, όπως και αρκετά από τα παραπάνω, έγινε δυνατό μόνο χάρη στη συμβολή (ακόμη και χρηματική) χωρών όπως η Κίνα και η Σαουδική Αραβία που μετείχαν στη διάσκεψη.

Και εδώ ερχόμαστε στο αποκορύφωμα της μυθοπλασίας των υποστηρικτών της δήθεν Νέας Τάξης που ανέτειλε. Σύμφωνα με τη μυθολογία αυτή, η αυτοκρατορία των ΗΠΑ κατέρρευσε και σήμερα βρισκόμαστε στο στάδιο μετάβασης σε μια Νέα πολυπολική Τάξη που αφήνει πίσω της τον νεοφιλελευθερισμό. Όμως, στη πραγματικότητα, η μονοκρατορία των ΗΠΑ είχε καταρρεύσει ήδη μετά την ανάδυση της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης που οδήγησε στην άνοδο της υπερεθνικής ελίτ.[3] Η αναβίωση, επομένως, της «Ομάδας των 20» δεν σημαίνει ότι η υπερεθνική ελίτ θα επεκταθεί τώρα και στις χώρες της περιφέρειας και της ημιπεριφέρειας, οι οποίες προσκλήθηκαν στη διάσκεψη μόνο για να μοιραστούν το κόστος αντιμετώπισης της οικονομικής και οικολογικής κρίσης, ενώ οι πραγματικές αποφάσεις εξακολουθούν να παίρνονται (τυπικά η άτυπα) από την υπερεθνική ελίτ. Το γεγονός που εγγυάται την εξέλιξη αυτή είναι ότι η δήθεν «ανάπτυξη» των χωρών αυτών οφείλεται καθοριστικά  στις επενδύσεις από τις δυτικές πολυεθνικές και το συνακόλουθο εμπόριο…

ΠΗΓΗ:  http://www.inclusivedemocracy.org/fotopoulos/greek/grE/gre2009/04_11.html


[1] Για την σημαντική διάκριση μεταξύ διαφόρων τύπων ελέγχων στις αγορές  βλ Τ. Φωτόπουλος, Περιεκτική Δημοκρατία: 10 Χρόνια Μετά  (Ελ. Τύπος, 2008) κεφ.1

[2] Sean O’Grady,«Fragile east European economies are the zombies stalking theIMF»,The Independent (6/4/2009).

[3] Βλ. Τ.Φωτόπουλος, «Η επιδεινούμενη συστημική κρίση», περιοδικό Περιεκτική Δημοκρατία, αρ. 18-19 (Άνοιξη 2009).