Της Γιώτας Ιωαννίδου*

«Η κυριότερη πρώτη ύλη της Ευρώπης είναι αναμφισβήτητα η φαιά ουσία». Με αυτό το σύνθημα το «Λευκό Βιβλίο για την εκπαίδευση και την κατάρτιση, έθετε το 1995 τα κριτήρια και τα μέτρα, ενός «νέου» μανιφέστου σύνδεσης του συνόλου της εκπαίδευσης με τις ανάγκες των επιχειρήσεων και της αγοράς εργασίας.

Κεντρική ιδέα, του νέου «ευαγγελίου» της ΕΕ, είναι η ακόμη μεγαλύτερη υπαγωγή της επιστήμης και της γνώσης στις ανάγκες του κεφαλαίου για το ξεπέρασμα της κρίσης του και την αύξηση της κερδοφορίας του.

Η «ανταγωνιστική οικονομία της γνώσης» απαιτεί και προϋποθέτει η εκπαίδευση, όλο και περισσότερο να εμφορείται από την ανάγκη δια βίου διαμόρφωσης της νέας εργασιακής ικανότητας, που απαιτεί το κεφάλαιο. Δηλαδή, από την ύπαρξη  ευέλικτου εργατικού δυναμικού, προσαρμοστικού στις ραγδαία μεταβαλλόμενες ανάγκες της καπιταλιστικής παραγωγής. Τόσο από την άποψη των γνώσεων και των δεξιοτήτων του, όσο και από την σκοπιά των κοινωνικών συμπεριφορών, της ιδεολογίας και των ιδεολογικών πρακτικών, των αξιών και του πολιτισμού του, της εκχώρησης της ανθρώπινης δημιουργικότητας και σκέψης, του ανθρώπινου είναι και της ανθρώπινης συνείδησης, στις ανάγκες του »επιχειρείν».

Σ΄ αυτά τα πλαίσια η Διακήρυξη της Σορβόννης, το Μάιο του 1998,

μελετά τις προδιαγραφές για την καλύτερη σύνδεση των συστημάτων της πανεπιστημιακής εκπαίδευσης με τις απαιτήσεις της αγοράς. Το επιχειρηματικό πανεπιστήμιο, που ήδη έχει αρχίσει να γεννιέται, αποκτά το νέο ιδεολογικό, καθολικό του μανιφέστο. Η καπιταλιστική κερδοφορία, γίνεται κριτήριο και μέτρο της λειτουργίας και της δομής του, του περιεχομένου σπουδών και έρευνας, των διδακτικών και ερευνητικών μεθόδων, της αποτελεσματικότητάς του, των σχέσεων που αναπτύσσονται στο εσωτερικό του αλλά και των σχέσεών του με την κοινωνία. Ταυτόχρονα, δυναμώνει η αμφισβήτηση των εργασιακών προοπτικών και δικαιωμάτων των αποφοίτων. Η Διακήρυξη της Μπολώνια (Ιούνιος 1999) προτείνει τα πρώτα συνολικά μέτρα, σ’ αυτή την κατεύθυνση: Ευρωπαϊκή περιοχή Ανώτατης Εκπαίδευσης, με δύο κύκλους σπουδών, σύστημα συγκρισιμότητας των πτυχίων με θέσπιση του συστήματος των πιστωτικών μονάδων, θέσπιση συστημάτων αξιολόγησης και Δια Βίου Μάθησης.

Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο της Λισσαβόνας (Μάρτιος 2000), θέτει ως κύριο στόχο της ΕΕ, ως το 2010, για την επίτευξη της ανταγωνιστικότητας έναντι των άλλων κέντρων (ΗΠΑ, Ιαπωνία) την επεξεργασία κοινών ευρωπαϊκών εκπαιδευτικών πολιτικών με επιδίωξη τον μετασχηματισμό των εκπαιδευτικών συστημάτων, ώστε ν’ αποτελέσουν τη βάση της νέας οικονομίας με πυλώνες την απασχολησιμότητα, την επιχειρηματικότητα και την προσαρμοστικότητα του ανθρώπινου δυναμικού.

Η έννοια της μόνιμης εργασίας, με εργασιακά και ασφαλιστικά δικαιώματα, αντικαθίσταται από την δυνάμει απασχόληση – «απασχολησιμότητα»- που την χαρακτηρίζουν οι ευέλικτες μορφές και η ελαστικοποίηση. Σιγά – σιγά αρχίζει να διαμορφώνεται ένα εργασιακό τοπίο που δεν χαρακτηρίζεται μόνο από την συνεχή αλλαγή επαγγελμάτων και περιόδων ανεργίας  για τον νέο εργαζόμενο αλλά και την συνολική ανατροπή του εργασιακού χωρόχρονου και κάθε έννοιας δικαιώματος. Αυτός ο νέος «ορισμός» της απασχόλησης απαιτεί δια βίου ανάπτυξη των δεξιοτήτων και των καταρτίσεων που κάθε φορά προκρίνουν οι ανάγκες του κεφαλαίου.

Η «επιχειρηματικότητα» αποτελεί πλέον αντίληψη, ιδεολογία και κριτήριο ζωής: για την αποτελεσματικότητα της εκπαιδευτικής διαδικασίας αλλά και για την διαχείριση του ελεύθερου χρόνου, για την δυνατότητα απασχόλησης αλλά και για την «διαχείριση της ικανότητας για εργασία» από τον ίδιο τον εργαζόμενο.

Η «προσαρμοστικότητα» απαιτεί  εκπαίδευση »Δια Βίου». Προϋποθέτει την αποδοχή από τα θρανία ακόμη, της επιβίωσης σε ένα ανασφαλές περιβάλλον, όπου θα κυριαρχεί το κυνήγι των δεξιοτήτων, προσαρμοσμένων στις κάθε φορά επιχειρηματικές προδιαγραφές.

Οι Διακηρύξεις των επόμενων Συνόδων των Υπουργών Παιδείας της ΕΕ, στην Πράγα (2001), το Βερολίνο (2003) και το Μπέργκεν ( 2005), συστηματοποιούν, διορθώνουν, ολοκληρώνουν και εξασφαλίζουν την κοινή προώθηση των προδιαγραφών του ενιαίου εκπαιδευτικού πλαισίου για τα Πανεπιστήμια και όχι μόνο, στα κράτη μέλη, με χρονικό όριο το 2010. Το παζλ των αλλαγών: Ευρωπαϊκός Χώρος Ανώτατης Εκπαίδευσης και Έρευνας, Δια Βίου Μάθηση και Ινστιτούτα, αξιολόγηση και συστήματα ποιότητας, πιστωτικές μονάδες (credits) και εθνικά πλαίσια προσόντων, δύο κύκλοι σπουδών και συγκρισιμότητα πτυχίων, αναζήτηση ιδιωτικής χρηματοδότησης και δίδακτρα, εσωτερικοί κανονισμοί και κανόνες λειτουργίας και διοίκησης, καινοτομία και αναζήτηση τρόπων άμεσης σύνδεσης με τις επιχειρήσεις. Δίπλα σ’ αυτές τις αλλαγές και σε αλληλοτροφοδότηση μ’ αυτές, αναπτύσσεται η καθιέρωση και αμιγών μορφών ιδιωτικής Ανώτατης Εκπαίδευσης, όπου δεν υπάρχει.

Ιδιαίτερη πίεση σ’ αυτή την κατεύθυνση, αναπτύσσεται σε χώρες όπως η Ελλάδα και μέσα από αποφάσεις όπως αυτή του Συμβουλίου των υπουργών ανταγωνιστικότητας, για αναγνώριση των πτυχίων κολεγίων (ΚΕΣ) που αποκτήθηκαν σε άλλο κράτος μέλος της ΕΕ.  Δεκάδες πιλοτικές εφαρμογές και δράσεις στα Ελληνικά Πανεπιστήμια μέσω των πόρων των Κοινοτικών Πλαισίων Στήριξης και των Επιχειρησιακών Σχεδίων των ΕΠΕΑΕΚ, κάνουν τις προτεραιότητες της ΕΕ πραγματικότητα, πριν ακόμη θεσμοθετηθούν, πράγμα που δεν αργεί να γίνει από τις κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ και της ΝΔ.

Κεντρικός πυρήνας των αλλαγών στο περιεχόμενο των σπουδών είναι η μετατόπιση από την όποια ολόπλευρη γνώση παρέχονταν από το εκπαιδευτικό σύστημα προς γνώσεις, δεξιότητες, αξίες και στάσεις που να είναι αναγνωρίσιμες στη διαδικασία αξιοποίησης του κεφαλαίου (δηλαδή να συμβάλλουν στην απόσπαση υπεραξίας) και όχι γενικά κοινωνικά χρήσιμες και προπάντων να εντάσσονται γρήγορα σ’ αυτή τη διαδικασία.

Οι αλλαγές στη δομή της Ανώτατης Εκπαίδευσης, βρίσκονται σε ενότητα με το νέο αντιδραστικό  περιεχόμενο, με κεντρικές ιδέες την ευελιξία και την προσαρμοστικότητα. Σ΄ αυτή την κατεύθυνση κινούνται οι κύκλοι σπουδών, τα Ινστιτούτα Δια Βίου Εκπαίδευσης, η φοίτηση για ένα τουλάχιστον εξάμηνο στο εξωτερικό ή σε μια επιχείρηση, όπως προτείνει τελευταία η Ευρωπαϊκή Επιτροπή στο πλαίσιο των πρωτοβουλιών της στρατηγικής της Λισσαβόνας. Αυτές οι αλλαγές αποτελούν τον πυρήνα της προσέγγισης του μοντέλου της »ευελιασφάλειας» – flexicurity, που πολυσυζητιέται στις τελευταίες Ευρωπαϊκές Συνόδους. «Ευελιξία» (flexibility) στην αγορά εργασίας δηλαδή ελευθερία απολύσεων αλλά και διαχείρισης του χρόνου και των σχέσεων εργασίας με βάση τις επιχειρηματικές προτεραιότητες και «ασφάλεια» (security) των εργαζομένων, ως προς την εξασφάλιση της δυνατότητάς τους, μέσω προγραμμάτων κατάρτισης να «μένουν» στην αγορά εργασίας. Αυτή η αν-ασφάλεια θεωρούν ότι πρέπει να αντικαταστήσει τα »γραφειοκρατικά» συστήματα  κοινωνικής ασφάλισης και πρόνοιας.

Είναι προφανές ότι στο έδαφος ενός πλέγματος παροχής εκπαιδευτικών υπηρεσιών, δια βίου προσαρμόσιμου στις επιχειρηματικές ανάγκες και στα κριτήρια του κεφαλαίου, η διαμόρφωση συστημάτων συνεχούς πιστοποίησης και ελέγχου είναι εκ των ουκ άνευ.

Έτσι  τα πτυχία παύουν να είναι μέσα ρύθμισης των επαγγελματικών – εργασιακών δικαιωμάτων στην «αγορά εργασίας» και αντικαθίστανται από τα πορτοφόλια και τα τυποποιημένα αποδεικτικά δεξιοτήτων – ικανοτήτων.

Σ’ αυτή την κατεύθυνση κινούνται μια σειρά μέτρα για το Ευρωπαϊκό πτυχίο, τη συσσώρευση πιστωτικών μονάδων, το Συμπλήρωμα Διπλώματος, αλλά και η δρομολόγηση διαδικασιών συνεχούς πιστοποίησης επαγγελματικών προσόντων.

Η προσπάθεια δε, αυτές οι διαδικασίες να καταλήγουν σε μετρήσιμα και συγκρίσιμα αποτελέσματα και να εξασφαλίζουν την κινητικότητα του εργατικού και του επιστημονικού δυναμικού σε ευρωπαϊκό επίπεδο, αλλά και να αντεπιδρούν  στα εκπαιδευτικά περιεχόμενα διαφυλάσσοντας και αναπτύσσοντας τις επιλογές του ευρωπαϊκού κεφαλαίου, εμφανίζεται με την επιμονή για δημιουργία ενιαίων πεδίων  αναφοράς όπως, το Ευρωπαϊκό Πλαίσιο  Προσόντων (EQF), ο ενιαίος ευρωπαϊκός χώρος ΑΕ και έρευνας. Η θέσπιση Εθνικών Πλαισίων Προσόντων και δρόμων αναγνώρισής τους, στη βάση οκτώ επιπέδων, είναι εξάλλου το αντικείμενο της επόμενης Συνόδου των Υπουργών Παιδείας, που θα γίνει στο Λονδίνο το 2007. Με βάση αυτά, σε λίγο δεν θα λέμε «έχω πτυχίο μηχανικού» αλλά με βάση τις πιστωτικές μονάδες μου  έχω πιστοποιημένες τις τάδε δεξιότητες και κατατάσσομαι στο επίπεδο 6 του EQF!

Η αξιολόγηση σαν εσωτερικό και εξωτερικό στοιχείο της εκπαιδευτικής διαδικασίας, έρχεται και σαν  μέτρο ελέγχου – αποτελεσματικότητας των παραπάνω διαδικασιών, αλλά και σαν δρόμος επιβολής κριτηρίων και κατεύθυνσης σε κάθε εκπαιδευτική διαδικασία.

Επιπλέον, μέσω της εφαρμογής συστημάτων αξιολόγησης από εξωτερικούς οργανισμούς, επιδιώκεται να εξαλειφθεί και η παραμικρή επίδραση της δράσης και της γνώμης των εκπαιδευτικών υποκειμένων πάνω στο περιεχόμενο και την εκπαιδευτική διαδικασία.

Η εισαγωγή managers και ο επιχειρησιακός σχεδιασμός της Πανεπιστημιακής λειτουργίας, η αναζήτηση έξωθεν χρηματοδότησης αλλά και η ρύθμιση της κρατικής χρηματοδότησης στη βάση των αποτελεσμάτων της αξιολόγησης, θ’ αποτελέσουν βασικό παράγοντα συμμόρφωσης.

Γίνεται φανερό ότι σ’ ένα τέτοιο Πανεπιστήμιο – επιχείρηση, δεν μπορεί να υπάρχουν φοιτητές που  εργάζονται, δεν χωρούν ελευθερίες σκέψης και δράσης, το Πανεπιστημιακό Άσυλο φαντάζει μέγας αναχρονισμός.

Με βάση τα παραπάνω ο ρόλος των καθηγητών καθαγιάζεται ως εκπαιδευτών και ερευνητών μάνατζερ και στελεχών επιχειρήσεων. Ταυτόχρονα, απότοκο αλλά και μοχλός για την ανάπτυξη του Πανεπιστήμιου ως ιδιότυπης επιχείρησης είναι η σκληρή εκμετάλλευση της  μισθωτής εργασίας μέσα σε αυτό. Οι παντός είδους μεταπτυχιακοί προσφέρουν διδακτικό έργο σε τριτοκοσμικές συνθήκες στα πανεπιστήμια. Από κοντά ακολουθεί το ωρομίσθιο κομμάτι ΔΕΠ στα Πανεπιστήμια.

Η προώθηση των αλλαγών στην εκπαίδευση και την εργασία, δεν αποτελεί »εθνικό αναχρονισμό, που αυξάνει την απόσταση από τον ευρωπαϊκή πραγματικότητα», ούτε »υπερβολές των νέο-φιλελεύθερων», αλλά συμβαδίζει με τις προτεραιότητες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Δεν νοείται αντικυβερνητικός αγώνας, χωρίς μέτωπο στην ΕΕ. Δυστυχώς για τις δυνάμεις του ΣΥΝ, η πολιτική της ΕΕ για την παιδεία δεν παίρνει διορθώσεις, αλλά ανατροπή, γιατί έχει εγγεγραμμένες στο σκληρό της πυρήνα τις ανάγκες της κερδοφορίας του κεφαλαίου.

Από την άλλη, η κυβέρνηση της ΝΔ τώρα και του ΠΑΣΟΚ παλιότερα, είναι  ενεργητικοί συνδιαμορφωτές και συνένοχοι στην χάραξη και εφαρμογή  αυτής της πολιτικής κι όχι υλοποιητές εξ ανάγκης. Η λογική του ΚΚΕ, που πολλές φορές υποβιβάζει τον αντικυβερνητικό αγώνα, μιλώντας αόριστα για την  ΕΕ σαν τον μόνο υπεύθυνο των αλλαγών, και  θεωρώντας την κυβέρνηση απλό υποταγμένο υποχείριο της,  αποδυναμώνει την αποτελεσματικότητα της πάλης.

Μόνο αν η ΕΕ, η κυβέρνηση, η αξιωματική αντιπολίτευση και όλος ο αστικός συνασπισμός εξουσίας, μπουν από κοινού και ενιαία, στο στόχαστρο, μπορεί η πάλη για την ανατροπή αυτών των αλλαγών να έχει προοπτική.


* Η Γιώτα Ιωαννίδου είναι εκπαιδευτικός, μέλος των Εκπ. Παρεμβάσεων. Το άρθρο της δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα ΠΡΙΝ πρόσφατα

Advertisements