Πρόσφυγες και  μετανάστες υπό διωγμό. . .  Μερικά σχόλια

Της Μαρίνας Μουρατίδου

 afganoi1_Patras_3

Παίρνοντας αφορμή από την ποιότητα και την έκταση των θριαμβολογιών που έλαβαν χώρα στα τοπικά και κεντρικά ΜΜΕ λίγο μετά τη διάλυση του προσφυγικού καταυλισμού και τη σύλληψη εκατοντάδων προσφύγων και μεταναστών στις 12 Ιουλίου, στην Πάτρα, θα επιχειρήσω να μιλήσω και για το ίδιο το γεγονός και εν γένει για την πορεία του μεταναστευτικού. 

Τη μέρα εκείνη, ολόκληρη η περιοχή γύρω από τον καταυλισμό καταλήφθηκε από αστυνομικές δυνάμεις και ήταν απαγορευμένη η διέλευση σε αυτήν. Οι μπουλντόζες, δυνάμεις ΟΠΚΕ, ΜΑΤ και ασφαλίτες από τα ξημερώματα μπήκαν στον καταυλισμό και από τους εναπομείναντες πρόσφυγες άλλους τους επέτρεψαν να διαφύγουν και άλλους τους συνέλαβαν. Το κυνηγητό και οι συλλήψεις συνεχίστηκαν σε όλη την πόλη μέχρι και την επόμενη μέρα. Οι μπουλντόζες κατεδάφισαν τα παραπήγματα και μια φωτιά (που ίσως και οι ίδιοι οι πρόσφυγες να έβαλαν ή προκλήθηκε τυχαία) αφέθηκε να κατακάψει τα όποια όρθια καταλύματα και το τζαμί, την εκκλησία των προσφύγων δηλαδή, ώστε να αποφευχθούν οι όποιες αντιδράσεις. Έτσι «απλά και παστρικά» ο καταυλισμός εξαφανίστηκε και ένα ωραίο οικόπεδο αναδύθηκε τώρα στη θέση του.

Ετσι, λίγο μετά όλοι σχεδόν οι τηλεοπτικοί δέκτες παρουσίαζαν το απερίφραστο χαμόγελο και τις δηλώσεις του Υπουργού Μαρκογιαννάκη, που εξέφρασαν έμμεσα, ωστόσο πρόδηλα, ότι την πολιτική στο μεταναστευτικό την έχει αναλάβει και την οδηγεί ο ίδιος με βάση το δίκαιο όπως αυτό ορίζεται πλέον από την αστυνομία. Τόσο οι διεθνείς, όσο και οι εγχώριοι νόμοι και τα διατάγματα προστασίας των προσφύγων ουσιαστικά καταπατούνται ή μπαίνουν στο περιθώριο, όπως συνέβη και σε άλλες φάσεις της ιστορίας. Τα πάντα διευθετούνται με την καταστολή, τον αποκλεισμό, τον εγκλεισμό. Εξ ού και οι επιχειρηρισιακής μορφής εκκενώσεις εγκαταλειμμένων κτηρίων στη μητροπολητική Αθήνα, όπου έβρισκαν στέγη εκατοντάδες μετανάστες και το στρίμωγμα χιλιάδων στα κρατητήρια σε όλη τη διάρκεια του καλοκαιριού, όπως και η εσπευσμένη απόφαση ίδρυσης κι άλλων στρατοπέδων συγκέντρωσης ανά την επικράτεια.

Σε ένα άλλο επίπεδο, η δήλωση του περιφερειάρχη ότι ήταν η κατάλληλη εποχή για την κατεδάφιση του καταυλισμού, διότι το καλοκαίρι θα επωάζονταν εκεί ασθένειες και μεταδοτικές νόσοι που θα απειλούσαν τη δημόσια υγεία, μόνο πικρό γέλιο μπορεί να προκαλέσει σε όποιον διαθέτει υποτυπώδη ικανότητα μνήμης για να θυμάται πως εδώ και 13 χρόνια που υφίσταται καταυλισμός, καμιά μεταδιδόμενη ασθένεια και καμιά επιδημία δεν παρουσιάστηκε στην εν λόγω κοινότητα, παρά τις κάκιστες συνθήκες υγιεινής, την απουσία πόσιμου νερού μέχρι το ΝΟ BORDER 2008 και τον υπερπληθυσμό (έως και 3000 άτομα) που συγκέντρωνε σε ορισμένες περιόδους.

Τα μέλη, τέλος, του συλλόγου «η Πόλις Εάλω» ίσως δεν χρειαζόταν να πουν τίποτε (άλλο που δεν αφήσανε κάμερα ανεκμετάλλευτη, αφού από καιρό είχαν «νομιμοποιηθεί» σχεδόν από την πλειοψηφία των ΜΜΕ) καθώς τα πρόσωπά τους απέπνεαν μια αδιάψευστη ικανοποίηση στα όρια της ηδονής, επειδή επιτέλους ξεφορτώνονταν τους παρείσακτους («τώρα τα ακίνητά τους θα γίνουν ανεκτίμητα και η γειτονιά δε θα μυρίζει εξαθλίωση»), και το ύφος τους αντανακλούσε όλη την ανακούφιση και το δέος που νιώθει ο νικητής που στερείται συνειδησιακών ίχνων συμπόνοιας απέναντι στον ηττημένο.

Η φωνή εξάλλου της «άλλης όχθης» πνίγηκε στο μεγαλείο της θεαματικότητας της δημοκρατικής, αντικειμενικής χειραγώγησης των ΜΜΕ ή το πολύ-πολύ συρρικνώθηκε σε λίγες προτάσεις διαμαρτυρίας για τη σκληρότητα της καταστολής και τη μη πρόνοια για ύπαρξη χώρων υποδοχής και στέγασης ως ελάχιστη προϋπόθεση για τη διάλυση του αυτοσχέδιου καταυλισμού. Όσο δε για το λόγο και τις κινηματικές δράσεις υπεράσπισης του καταυλισμού ως καταφυγίου των προσφύγων, οι οποίες αν και πραγματοποιούνταν όλο το προηγούμενο διάστημα τελικά δεν ευδοκίμησαν, δεν δόθηκε ο παραμικρός χώρος και χρόνος μιας και προέρχονταν από την αντικαπιταλιστική αριστερά και τον αντιεξουσιαστικό χώρο, παρότι την ημέρα της κατεδάφισης τέσσερις άνθρωποι που προσέτρεξαν στους πρόσφυγες πριν την εισβολή των αστυνομικών σωμάτων, προσήχθησαν και παρέμειναν ως ύποπτοι στην ασφάλεια όλο το πρωινό.

Μια άλλη διάσταση του θέματος αφορά στην αποτελεσματικότητα της κρατικής μηχανής, όταν και όπου υπάρχει αντίστοιχη πολιτική βούληση. Η ίδια αυτή μηχανή που αποδεικνύεται ανεπαρκής και αναποτελεσματική όταν έχει να κάνει με τη διαχείριση του δημόσιου χρήματος, τα κοινωνικά προβλήματα, την προστασία και κατανομή των φυσικών πόρων, έδειξε πόσο σύγχρονη και αξιόπιστη μπορεί να είναι όταν επιλέγει να καταστείλει και να οδηγήσει στον αποκλεισμό ένα κομμάτι πληθυσμού αφού προηγουμένως το καταστήσει ανεπιθύμητο. Έτσι, στην παρούσα περίσταση, η αστυνομία με στρατιωτικού τύπου επιχείρηση, με όλα τα τεχνικά και τεχνολογικά μέσα στη διάθεσή της, μέσα σε λίγες ώρες (αφού εντωμεταξύ για 2 μήνες από το Μάϊο, προλείαινε το έδαφος με συνεχείς σκούπες) συνέλαβε εκατοντάδες ανθρώπους χωρίς χαρτιά και ισοπέδωσε το καταφύγιό τους. Όσοι παραπονούνται ότι στη χώρα μας το κράτος είναι ανοργάνωτο και η δημόσια διοίκηση ανίκανη, ας το ξανασκεφτούν, στοχαζόμενοι ποια σχέση έχει το κρατικό με το κοινωνικό και το δημόσιο, σε ποιους τομείς θέλει και άρα μπορεί να είναι το κράτος «έτοιμο» και «οργανωμένο» και σε ποια πεδία παρουσιάζεται «ανίσχυρο και «ξεχαρβαλωμένο».

Και μιας και μιλάμε για τους ανθρώπους χωρίς χαρτιά σε συνάρτηση με το κοινωνικό συμφέρον, οι οποίοι εξακολουθούν να ονομάζονται λαθρομετανάστες λες και έχουν άλλη επιλογή, ας αναλογιστούμε μήπως είναι προς όφελος της κοινωνίας να νομιμοποιηθούν  ακόμη και χιλιάδες νεαροί άντρες κυρίως και έφηβοι που έχουν ζητήσει άσυλο στην Ελλάδα. Πρόκειται για άτομα 15- 25 χρονών που έχουν αστείρευτη διάθεση για ζωή, μάθηση και εργασία και ζούμε σε μια χώρα με έντονο δημογραφικό πρόβλημα, κοινωνική ασφάλιση που κινδυνεύει να τιναχτεί στον αέρα και ελάχιστη προσφορά σε χειρωνακτική εργασία. Χώρες όπως η Φινλανδία, ο Καναδάς, η Νορβηγία έχουν ανοίξει τις πύλες τους σε τέτοιους πληθυσμούς, ενώ, εδώ αντιθέτως γίνεται από πλευράς εξουσίας, οικονομικής, πολιτικής και ιδεολογικής, μια γιγαντιαία προσπάθεια να βρίσκονται μονίμως σε καθεστώς ομηρίας και εκμετάλλευσης, συκοφαντούνται, απωθούνται και αποκλείονται, φυλακίζονται σε στρατόπεδα συγκέντρωσης, ώστε στον κοινό νου να ταυτίζονται με κάθε παραβατική και εγκληματική πράξη∙ επιχειρείται να φαίνονται ως αιτία κάθε κακού, ακόμη και της αυξανόμενης ανεργίας, η οποία όπως καλά γνωρίζουμε έχει ευθέως να κάνει με την παγκοσμιοποιημένη αγορά και την υπαγωγή κάθε δραστηριότητας στον κανόνα του κέρδους.

Γιατί όμως ενοχλούσε τόσο έντονα ο εν λόγω καταυλισμός; Μήπως προσέβαλε αισθητικά το νεοελληνικό νεοπλουτίστικο κιτς; Μήπως πάλι τα ανθρωπιστικά αισθήματα ήταν πληγωμένα από την εξαθλίωση της καθημερινής ζωής στα παραπήγματα;  Που ας σημειωθεί, ήταν ο μοναδικός αυτοσχέδιος καταυλισμός στην Ευρώπη και αποτελούσε ένα ιδιότυπο άσυλο για τους πρόσφυγες που τον κατοικούσαν, συμπεριλαμβανομένων και ορισμένων που τους εκμεταλλεύονταν οικονομικά. Επιπλέον, με περσινή απόφαση της νομαρχίας κατόπιν πιέσεων κινηματικών και σύμφωνα με κανόνες διεθνούς δικαίου, ο καταυλισμός, όντας προσφυγικός,  δεν κρινόταν κατεδαφιστέος.

Καταρχήν, η παραγκούπολη αυτή πρωτοστήθηκε στο συγκεκριμένο σημείο πριν από 13 χρόνια από Κούρδους του Ιράκ γιατί βρισκόταν κοντά στο λιμάνι, ήταν ανοικοδόμητη και δίπλα της έρεε ένα ποταμάκι που πρόσφερε νερό. Μετά το 2001 και τη ΝΑΤΟική επέμβαση στο Αφγανιστάν, ο καταυλισμός πέρασε στα χέρια των αφγανών προσφύγων, συνιστώντας ένα παροδικό κατάλυμα στο δρόμο για τη δυτική Ευρώπη. Τα τελευταία 2-3 χρόνια ο πληθυσμός του ήταν αυξημένος τόσο λόγω της αυστηρότατης φύλαξης των Ιταλικών λιμανιών και πρόσφατα και του πατρινού, όσο και της επαναπροώθησης (βάσει του κανονισμού του Δουβλίνου) μεταναστών στην Ελλάδα από άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Συγχρόνως η γειτονιά γύρω από τον καταυλισμό ανοικοδομήθηκε γρήγορα και τα ακίνητα της περιοχής καθημερινά αποκτούσαν μεγαλύτερη αξία, παρόλο που νεόδμητες πολυκατοικίες παρέμεναν ανολοκλήρωτες και απούλητες.

Εκτός από αυτά και μια άλλη πραγματικότητα αναδυόταν στον καταυλισμό τα τελευταία 2 χρόνια. Ο τόπος αυτός έμελλε να γίνει ένας χώρος που λειτουργούσε με δικούς του κανόνες, στον οποίο διαλέγονταν οι πρόσφυγες με ανθρώπους που τους στέκονταν αλληλέγγυα και όχι μόνο διεκδικούσαν από κοινού τα αυτονόητα δικαιώματα και κάποιες χαραμάδες ελευθερίας, αλλά γνωρίζονταν μεταξύ τους πολιτισμοί και τρόποι σκέψης, δημιουργώντας έναν ζωντανό τόπο συνάντησης όπου ο «άλλος» και οι διαφορές δεν στέκουν ως απειλή αλλά ως αναγκαίος όρος της ύπαρξης όλων. Το γεγονός αυτό ενδέχεται να μεταμορφωθεί σε κίνδυνο για τα συμφέροντα που θέλουν τους ανθρώπους χωρισμένους με βάση την προέλευση, τον πολιτισμό, τη θρησκεία κ.ο.κ. Αυτοί μάλλον και όχι άλλοι ήταν οι κύριοι λόγοι που οδήγησαν στο ξήλωμα του καταυλισμού.

Βέβαια, θεωρημένα τα πράγματα από μια άλλη σκοπιά, οφείλουμε να αναγνώσουμε σε όλο το αντιμεταναστευτικό παραλήρημα της κυβέρνησης μετά τις ευρωεκλογές την προσπάθειά της να προσεγγίσει και να ξανακερδίσει τους ψηφοφόρους που μετακινήθηκαν προς την ακροδεξιά του ΛΑΟΣ και της χρυσής αυγής. Κίνηση που αντιγράφηκε τόσο από τον Σαρκοζί, ο οποίος με το ανάλογο πράττειν έσβησε από τον εκλογικό χάρτη τον Λεπέν, όσο και τις αντίστοιχες κινήσεις του Μπερλουσκόνι (ανατρέχοντας στο πεσινό καλοκαίρι πολλοί θα θυμηθούν το απροκάλυπτο κατέβασμα του στρατού στη Ρώμη και την εν μια νυκτί σύλληψη 2000 περίπου μεταναστών χωρίς χαρτιά, αλλά και τα πρόσφατα νομοθετήματα που ποινικοποιούν κάθε πράξη στήριξης «λαθρομετανάστη» και τη συγκρότηση εθελοντικών ομάδων περιπολίας).

Εν πάση περιπτώσει, ούτε τα προβλήματα λύνονται με τέτοια μέτρα, ούτε το κύμα προσφυγιάς και μετανάστευσης αναχαιτίζεται, καθώς το ίδιο το σύστημα τα δημιουργεί. Εκτός από τους πολέμους, τα  αυταρχικά καθεστώτα, την εκβιασμένη εκδημοκράτιση, την καταλήστευση αναπτυσσόμενων χωρών και άλλες πολιτικές παρεκτροπές της δύσης, η ερημοποίηση ολόκληρων περιοχών και τα συνακόλουθα προβλήματα σε κλίμα, νερό και τροφή θα σπρώξουν ογκώδεις μάζες στη μετακίνηση και αναζήτηση νέου τόπου για επιβίωση.

Όσο οι δυτικές κοινωνίες αρνούνται να δουν ολόκληρο τον παγκόσμιο χάρτη και τις κάθε είδους κατανομές σε αυτό (πλούτου, δικαιωμάτων, εκμετάλλευσης, προβλημάτων κ.λπ) όσο εθελοτυφλούν από φόβο και ειδικότερα ο φόβος απώλειας της άνεσής τους είναι ο παρανομαστής της συνείδησής τους, όσο πιστεύουν ότι η κάθε λογής εξουσία θα μεριμνήσει αντί των ίδιων για το συλλογικό συμφέρον, το μέλλον είναι απλά δυσοίωνο και εφιαλτικό για όλους μας. Σήμερα για τους πρόσφυγες, αύριο για τους αντιφρονούντες, μεθαύριο για τους ανέργους κ.ο.κ.  Αισιοδοξία μπορεί να υπάρξει μόνο εφόσον μπορέσουμε να δούμε τα πράγματα στην πραγματική τους διάσταση και όχι μέσα από φακούς παραμόρφωσης και αναλάβουμε τη μοίρα μας μέσα από κοινωνικά κινήματα και αγώνες.

Τελειώνοντας, θα ήθελα να αφήσω στη διάθεση κάθε σκέψης μια παραφρασμένη ρήση της Βαντάνα Σίβα, μιας αντιστεκόμενης γυναίκας: «Η ζωή δεν είναι εμπόρευμα, η κοινωνία δεν είναι οικονομία και η αγορά δεν είναι το τελικό στάδιο της ανθρώπινης περιπέτειας».