του Κώστα Θεριανού

Ενδεχομένως, να μην έχει νόημα να σχολιαστούν τα σημεία του «νέου λυκείου» που εξήγγειλε η υπουργός παιδείας στην ημερίδα της ΠΟΣΔΕΠ. Και τούτο διότι τα περισσότερα από αυτά κινούνται στην σφαίρα της «επανάστασης του αυτονόητου», καθώς είναι τόσο γενικά που χωράνε τα πάντα και τόσο στρογγυλά που δεν μπορεί κανείς να τα «πιάσει» από πουθενά.

Φυσικά, κανείς δεν θέλει να μην μιλάνε οι μαθητές σωστά ελληνικά. Επίσης, κανείς δεν θέλει οι μαθητές να μην είναι δημιουργικοί, κοινωνικοί, συναισθηματικοί, αναστοχαστικοί, ερευνητικοί, φιλότεχνοι, … «νέοι» και «ωραίοι», καθώς ο κατάλογος των χαρακτηρισμών και των επιθέτων μπορεί να μην έχει τέλος.

Βέβαια, οι νέοι θέλουν να γίνουν και εργαζόμενοι κάποια στιγμή ανάμεσα σε όλα αυτά. Αυτό, όμως, δεν μπορεί να τους το εγγυηθεί το υπουργείο παιδείας. Μάλλον η μακροχρόνια ανεργία και η ευέλικτη απασχόληση με μισθούς πείνας φαίνεται να είναι το μέλλον τους.

Όμως, υπάρχει ένα σημείο στις δηλώσεις της υπουργού παιδείας, το οποίο δημιουργεί ένα κρίσιμο ερώτημα. Η υπουργός παιδείας αναφέρει ότι στο νέο λύκειο θα υπάρχει ένα νέο αναλυτικό πρόγραμμα με «λιγότερα υποχρεωτικά και περισσότερα επιλεγόμενα μαθήματα, κυρίως στην Β και Γ Λυκείου».

Τι πρακτικά σημαίνει αυτό ή τι μπορεί να σημαίνει;

Ότι θα υπάρχει ένας κορμός μαθημάτων και ένα «απροσδιόριστο» σύννεφο μαθημάτων επιλογής, όπου οι ειδικότητες που τα διδάσκουν θα μπορούν ανά πάσα στιγμή να βρεθούν εργασιακά στον αέρα αν το μάθημα τους δεν επιλέγεται; Ή θα μεταβληθούν σε εκπαιδευτικούς «Τιραμόλα», οι οποίοι θα κινούνται σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της περιφέρειας που υπάγονται για να καλύψουν το ωράριο τους διδάσκοντας από μία ή δύο ώρες σε διάφορα σχολεία που έχει επιλέγει το μάθημα τους;

Τέτοιες ειδικότητες είναι οι «συνήθεις ύποπτοι», δηλαδή οι κοινωνιολόγοι, οι πολιτικοί επιστήμονες, οι καθηγητές αισθητικής αγωγής, γαλλικών, γερμανικών κ.λπ. Οι οποίοι στο όνομα της «επιλογής» ενδέχεται να γίνουν η Ιφιγένεια για να φυσήξει ο άνεμος της αλλαγής της σχέσης εργασίας ακόμη και σε μόνιμους εκπαιδευτικούς. Να δημιουργηθεί δηλαδή μια πρακτική μετάταξης ή απόλυσης σε όσων τα μαθήματα δεν «επιλέγονται». Αυτή η πρακτική μπορεί στην αρχή να περάσει στα ψιλά (αφού δεν θα αγγίζει μεγάλες ειδικότητες), αλλά μετά και στα «χοντρά» (π.χ. τι θα γίνει όταν συγχωνεύονται δύο σχολεία και μένουν εκπαιδευτικοί στον αέρα; Γιατί να μην ακολουθηθεί και εκεί το όποιο προηγούμενο παράδειγμα των… «άτυχων» στην επιλογή ειδικοτήτων;).

Μην ξεχνάμε ότι οι ειδικότητες που αναφέρθηκαν ακόμη «γεύονται» …τους καρπούς της μεταρρύθμισης Αρσένη, αφού διορίζονται πλέον ελάχιστοι, μετατίθενται δύσκολα και είναι μονίμως στη διάθεση του ΠΥΣΔΕ τρέχοντας κατά κανόνα σε 2 – μερικές φορές και σε 3 σχολεία – για να καλύψουν το ωράριο τους. Η φιλοσοφία εκείνης της μεταρρύθμισης ήταν ακριβώς η ίδια με αυτήν που εξαγγέλλει, με αυξητική κατεύθυνση, η κ. Διαμαντοπούλου (βασικός κορμός μαθημάτων και ακόμη πιο πολλές επιλογές).

Να το ξαναπούμε: δεν έχουμε κάποιο σύνδρομο καχυποψίας απέναντι στην υπουργό παιδείας. Ούτε είμαστε λουδίτες που δεν θέλουν αλλαγές στο σχολείο.

Επίσης, δεν πρέπει να μας διαφεύγει ότι οι όποιες αλλαγές γίνονται μέσα σε ένα δεδομένο οικονομικό, κοινωνικό και πολιτικό πλαίσιο, το οποίο τελικά και υπηρετούν. Και το πλαίσιο σήμερα είναι πως θα λειτουργήσει το δημόσιο σχολείο με μικρότερο κόστος προκειμένου να διαμορφώσει τους ευέλικτους εργαζόμενους του αύριο, ανθρώπους δηλαδή με προσόντα για να κινήσουν τα μέσα παραγωγής του 21ου αιώνα με εργασιακά δικαιώματα του 19ου αιώνα.

Οπότε ας έχουμε το νου μας. Ας προσέχουμε όχι τι λένε, αλλά τι μπορεί να εννοούν.

25-6-2010