Του Ηλία Παπαχατζή *

Με αφορμή την παρουσίαση του «Ψηφιακού Σχολείου» από την Υπουργό Παιδείας, εχουμε να κάνουμε κάποιες παρατηρήσεις.

Συγκεκριμένα η δοκιμή για κάποιες αλλαγές πέρσι στην πραγμάτωση της ύλης σε α’ γυμνασίου μέσω της χρήσης υπολογιστών από τους μαθητές έγινε χωρίς προγραμματισμό, στοιχειώδεις βασικές υποδομές και χωρίς στήριξη των εκπαιδευτικών. Τα μεγαλεπήβολα σχέδια για ένα «Ψηφιακό Σχολείο» στο πλαίσιο του συνολικότερου σχεδίου της κυβέρνησης για το «Νέο Σχολείο» που θα ολοκληρωθεί ως το 2015, για την κυριαρχία του ψηφιακού βιβλίου και της «ψηφιακής πλατφόρμας ανοικτού λογισμικού» συγκρούονται με την υποστήριξη και αναβάθμιση της δημόσιας δωρεάν εκπαίδευσης μιας και η εμπλοκή ιδιωτών (από την «παροχή» των πληροφορικών συστημάτων έως την παρέμβασή τους μέσω «μορφωτικών ιδρυμάτων» στο περιεχόμενο της σχολικής γνώσης) θα είναι καθοριστική, σύμφωνα με τις μέχρι στιγμής ενδείξεις.

Με βάση τις τελευταίες διακηρύξεις και δηλώσεις ένας από τους στόχους των νέων ψηφιακών προγραμμάτων είναι να γίνεται «φροντιστήριο για τα βασικά μαθήματα των πανελλαδικών μέσω του υπολογιστή στο σπίτι». Φαίνεται λοιπόν ότι δεν είναι τυχαίο γεγονός η αναστολή – μη πραγματοποίηση της Π.Δ.Σ. (Πρόσθετη Διδακτική Στήριξη) φέτος στα Λύκεια. Το Υπουργείο μίλησε για αναμόρφωση του θεσμού. Για μας αναμόρφωση θα ήταν το ξεκίνημα της Π.Δ.Σ. από την αρχή της σχολικής χρονιάς, περιορισμός της γραφειοκρατίας που τη συνοδεύει και μια αξιοπρεπής αποζημίωση (π.χ. 20 ευρώ καθαρά την ώρα), που θα αποτελούσε κίνητρο και για τους μόνιμους συναδέλφους να συμμετέχουν και για τους αδιόριστους να μη νιώθουν φτωχοί και παραπεταμένοι. Φυσικά όλα αυτά θα έπρεπε να συνοδεύονται από αντικειμενικές και διαφανείς διαδικασίες προσλήψεων (από το ΠΥΣΔΕ) και προοπτικά από την ένταξη της αντισταθμιστικής αγωγής στο κανονικό σχολικό ωράριο με διορισμούς μονίμων εκπαιδευτικών.

Φαίνεται όμως πως το Υπουργείο μεθοδεύει την «εξ αποστάσεως διδασκαλία», δηλαδή την κατάργηση της Π.Δ.Σ. Πιστεύει όμως κανείς σοβαρά πως μπορεί να υποκατασταθεί το μάθημα, η αλληλεπίδραση μαθητή – εκπαιδευτικού από την εξ αποστάσεως διδασκαλία και μάλιστα μαθημάτων των πανελλαδικών εξετάσεων; Η ζωντανή επαφή μαθητή – εκπαιδευτικού δεν αντικαθίσταται. Επομένως τέτοιες προθέσεις, αν γίνουν πραγματικότητα, θα δυσχεράνουν ακόμη περισσότερο τις προσπάθειες κάποιων παιδιών από τα χαμηλότερα οικονομικά και μορφωτικά στρώματα και τάξεις να προχωρήσουν στο σχολείο και να διεκδικήσουν μια καλύτερη ζωή.

Μια ακόμη παράμετρος που συνδέεται με το «νέο ψηφιακό σχολείο» είναι τα κονδύλια που απαιτούνται. Το ερώτημα είναι απλό: αν δεχτούμε ότι ο κοινωνικός πλούτος είναι ένας και ενιαίος, πώς συνδέονται τα κονδύλια για το «ψηφιακό σχολείο» με τις περικοπές των μισθών και των συντάξεων των εκπαιδευτικών; Δε μπορούμε να φανταστούμε πώς ο φτωχός, απαξιωμένος δάσκαλος του μέλλοντος θα έχει αντικειμενικά τη δυνατότητα στα 60 ή τα 65 του, με άλυτο το ζήτημα της επιβίωσης, να βοηθήσει τους μαθητές του με την επιθυμητή αποτελεσματικότητα. Τελικά ποιοι είναι αυτοί οι φωστήρες στην Ε.Ε., στις πολυεθνικές και τις κυβερνήσεις, που αποφασίζουν να μοιράζονται τα λεφτά σε ιδιώτες για την προμήθεια υπολογιστών στα σχολεία και ουσιαστικά να αφαιρούνται από τους φυσικούς φορείς της Παιδείας, δηλαδή τους εκπαιδευτικούς; Δε δεχόμαστε ότι πρόκειται για άλλα λεφτά, ακόμα κι αν το ισχυρίζεται η Τρόικα και η Κυβέρνηση.

Μ’ αυτές τις παρατηρήσεις φυσικά και δεν εξαντλείται η κριτική για το «νέο σχολείο» (πλευρά του οποίου αποτελεί το «ψηφιακό σχολείο») και τις προτεραιότητές του για την ποσοτικοποίηση και την τυποποιημένη καταγραφή των όρων της εκπαιδευτικής διαδικασίας. Η πρόθεση να θεωρηθεί η εκπαίδευση ένα νέο μετρήσιμο μέγεθος, όπου η ποιότητα θ’ αποτυπώνεται σε δείκτες και αξιολογήσεις, αποκαλύπτει ότι η κουλτούρα του «νέου σχολείου», αν υλοποιηθεί, θα προσπαθεί να συνδεθεί με πρότυπα από το χώρο των επιχειρήσεων, που καμία σχέση δεν έχουν με το σχολείο, ένα ζωντανό οργανισμό με μακροπρόθεσμους στόχους και αποτελέσματα ορατά στο νου και την ψυχή των παιδιών μετά από δεκαετίες.

Ένα άλλο σοβαρό ζήτημα που τέθηκε από το Υπουργείο Παιδείας τις τελευταίες μέρες σχετίζεται με την πρόθεσή του ν’ αναπληρώσει «διδακτικές ώρες που χάνονται εξαιτίας καταλήψεων». Πρόκειται για μία συνήθη τακτική τα τελευταία χρόνια. Ωστόσο, αυτή η αντίληψη του Υπουργείου είναι σαφώς μονομερής και εν μέρει ως στάση εκδικητική. Το Υπουργείο βλέπει ευθύνες για απώλεια διδακτικών ωρών σ’ όλους τους άλλους εκτός απ’ την πολιτική του. Πιο συγκεκριμένα, εξαιτίας των ελλείψεων εκπαιδευτικών στα σχολεία έχουν χαθεί μέχρι τώρα (και για ένα μήνα) χιλιάδες διδακτικές ώρες (π.χ. στο ν. Ηλείας με τα 75 κενά μέχρι την Παρασκευή είχαν χαθεί γύρω στις 4.000 διδακτικές ώρες). Αυτά τα μαθήματα, που δεν έγιναν, πώς θα αναπληρωθούν; Γιατί δε λέει τίποτα γι’ αυτά το Υπουργείο Παιδείας; δεν ξέρει; Ή μήπως πιστεύει ότι δεν έχει καμιά ευθύνη για τα κενά στα σχολεία; Ποιος θα πάρει αυτήν την ευθύνη; Οι εκπαιδευτικοί; Τα παιδιά; Οι γονείς;

Περιμένουμε μια υπεύθυνη στάση από την ηγεσία του Υπουργείου Παιδείας σ’ αυτά τα θέματα. Δε μπορούν να κουκουλωθούν. Δε μπορούν να λυθούν με το να δηλώνεται απλώς ότι «βγήκε η ύλη». Δε μπορούν να γίνονται μαθήματα χωρίς βιβλία κα απλώς κάποιος να εξαγγέλλει τη μετεξέλιξη των ανύπαρκτων βιβλίων σε «ψηφιακά». Τελικά σε ποια Ελλάδα ζούμε; Της Τρόικας ή της Microsoft; Θα συστήναμε στο υπουργείο (και την Κυβέρνηση) να εργαστούν πιο μεθοδικά, ν’ αφήσουν τις μεγαλόστομες διακηρύξεις και να δουν την πραγματικότητα του σημερινού σχολείου κατάματα. Με κουρδισμένο μαθητή και φτωχό δάσκαλο Παιδεία δε γίνεται.

 

Αθήνα, 11 Οκτωβρίου 2010

 

* Ο Ηλίας Παπαχατζής είναι Εκπρόσωπος των «Παρεμβάσεων» στο Δ.Σ. της Ο.Λ.Μ.Ε.