ΕΝΩΣΗ ΛΕΙΤΟΥΡΓΩΝ ΜΕΣΗΣ Ά ΕΛΜΕ ΑΧΑΪΑΣ           Πάτρα 2-4-2013
ΜΑΝΙΑΚΙΟΥ 6 & ΚΟΡΙΝΘΟΥ, ΠΑΤΡΑ
ΤΗΛ. / FAX : 2610 – 278776
mail: aelmeahaias@yahoo.gr

 

Ε.Λ.Μ.Ε. Β΄ ΑΧΑΪΑΣ

Κλεισούρας – Πάρ. Κορίνθου Κτήριο 1ου ΓΕ.Λ. Αιγίου25100 ΑΙΓΙΟ

ΤΗΛ. & FAX :  26910-25718 emailbelmeach@yahoo.gr

Προς:  Διευθύντρια Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Ν. Αχαΐας

Κοιν: Περιφερειακό Διευθυντή Εκπαίδευσης Δυτικής Ελλάδας.

Θέμα: Αίτημα ανάκλησης ή αναστολής του εγγράφου Φ8/2722/25-2-2013

Κα Διευθύντρια,

με το αριθ. πρωτ. Φ8/2722/25-2-2013 έγγραφο – εγκύκλιό σας, αναφερόμενη στις διατάξεις του άρθρου 28 του ν. 3528/2007 , ζητάτε τα όσα αναγράφονται σε αυτό. Επί των αναφερομένων στο συγκεκριμένο έγγραφό σας, έχουμε να παρατηρήσουμε τα εξής:

                                Ι.

Στην παρ. 2 του άρθρου 28 του ν. 3528/2007 προβλέπονται τα εξής: «Κάθε δύο (2) χρόνια η αρμόδια υπηρεσία προσωπικού, υποχρεούται να ζητεί από τους υπαλλήλους να υποβάλλουν υπεύθυνη δήλωση για την ουσιώδη μεταβολή ή μη της περιουσιακής τους κατάστασης». Από τα ανωτέρω καθίσταται προφανές, ότι αυτό που απαιτεί ο νόμος, να υποβάλλεται κάθε διετία από τους υπαλλήλους, είναι υπεύθυνη δήλωση για την ουσιώδη μεταβολή ή μη της περιουσιακής τους κατάστασης και όχι δήλωση, εκ νέου περιουσιακής κατάστασης, όπως εσφαλμένα στο σχετικό έγγραφό σας αναφέρετε. Η διαφορά δε αυτών των δύο δηλώσεων, δηλ. της υπεύθυνης δήλωσης ουσιώδους μεταβολής ή μη της περιουσιακής κατάστασης και της εξ αρχής δήλωσης περιουσιακής κατάστασης, είναι ουσιώδης, κατ’ αρχήν, για λόγους που αφορούν, τον τύπο των δηλώσεων, τα έντυπα που θα χρησιμοποιηθούν κάθε φορά, και τη διαδικασία υποβολής, που θα ακολουθηθεί.

Σε κάθε περίπτωση όμως, επειδή στο νόμο ορίζεται ρητά ότι, η «αρμόδια υπηρεσία προσωπικού υποχρεούται να ζητεί από τους υπαλλήλους», είναι δεδομένο, ότι αυτή, η υπηρεσία δηλαδή, πρέπει να ξέρει ακριβώς τι θα ζητήσει και πως θα το ζητήσει, διότι αν ενδεχομένως ζητά εσφαλμένα επί του τύπου ή της ουσίας, στοιχεία, προφανώς θα λάβει και τέτοια επίσης εσφαλμένα, φέροντας προς τούτο, στο ακέραιο και τις σχετικές παντός είδους ευθύνες.

                                ΙΙ.

Στην παρ. 4 του άρθρου 28 του ν. 3528/2007 προβλέπονται τα εξής: «Η δήλωση περιουσιακής κατάστασης συντάσσεται σε ειδικό έντυπο το περιεχόμενο του οποίου καθορίζεται με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και Οικονομίας και Οικονομικών. Με την ίδια απόφαση μπορούν να οριστούν δικαιολογητικά τα οποία πρέπει να αναγράφονται ή να συνοδεύουν τις δηλώσεις». Μέχρι σήμερα όμως δεν έχει εκδοθεί, με την ανωτέρω συγκεκριμένη νομοθετική εξουσιοδότηση, η ΚΥΑ με την οποία θα καθοριστεί το περιεχόμενο του εντύπου των δηλώσεων και θα οριστούν τα δικαιολογητικά, που πρέπει να αναγράφονται ή να συνοδεύουν τις δηλώσεις. Στο σχετικό έγγραφό σας όμως εσφαλμένα αναφέρετε ότι, η δήλωση περιουσιακής κατάστασης θα συνταχθεί στα συνημμένα έντυπα υποδείγματα, ενώ ως συνημμένα υποδείγματα, έχετε τα έντυπα δηλώσεων περιουσιακής κατάστασης, ο τύπος των οποίων είχε καθοριστεί με την Κ.Υ.Α., η οποία είχε εκδοθεί με τη νομοθετική εξουσιοδότηση άλλου νόμου και συγκεκριμένα του άρθρου 28 του ν. 2683/1999 (προηγούμενου Υ.Κ.).

Είναι δε εσφαλμένη, η ανωτέρω αναφορά σας, αφενός διότι τα δύο άρθρα των ανωτέρω νόμων, μπορεί μεν να αφορούν το ίδιο θέμα, ωστόσο όμως, διαφοροποιούνται ως προς τις διατάξεις τους και δεν είναι πανομοιότυπα, ώστε να μπορέσει να υποθέσει βάσιμα κάποιος, ότι ίσως χωρεί αναλογική εφαρμογή της προηγούμενης Κ.Υ.Α., αφετέρου διότι, εάν ο νομοθέτης ήθελε τέτοια αναλογική εφαρμογή θα την είχε προβλέψει ρητά, ή θα την είχε προβλέψει τουλάχιστον, έως την έκδοση των νέων Κ.Υ.Α. Από τα παραπάνω προκύπτει ότι η τυχόν χρήση αυτών των εντύπων και των δικαιολογητικών που αυτά προβλέπουν, ίσως οδηγήσει σε υποβολή, λανθασμένων δηλώσεων, γεγονός το οποίο ελέγχεται υπηρεσιακά για τη νομιμότητά του και ενδέχεται να αποδοθούν ευθύνες σε αυτούς που θα κριθεί ότι θα φέρουν αυτές.

                                ΙΙΙ.

Στην παρ. 3 του άρθρου 28 του ν. 3528/2007 προβλέπονται τα εξής: «Αν μετά την έρευνα αυτή προκύψουν σοβαρές ενδείξεις ότι ο υπάλληλος απέκτησε τους πόρους αυτούς κατά τρόπο που συνιστά ποινικό αδίκημα ή πειθαρχικό παράπτωμα, ο αρμόδιος Υπουργός προβαίνει στις απαραίτητες ενέργειες για την ποινική ή πειθαρχική δίωξη αυτού». Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι, το μόνο που μπορεί να αποτελέσει πειθαρχικό παράπτωμα ή ποινικό αδίκημα εν προκειμένω, είναι το μεμπτό προϊόν του ελέγχου των δηλώσεων περιουσιακής κατάστασης (Απόφαση Αρχής Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων, αριθ. 1619/2001 και νομολογία Ελ. Συν.) και σε καμία περίπτωση δεν ορίζεται ρητά στο νόμο, ούτε θα μπορούσε άλλωστε, ότι ιδιαίτερο πειθαρχικό παράπτωμα ή ποινικό αδίκημα αποτελεί και η μη υποβολή δήλωσης ή η μη υποβολή υπεύθυνης δήλωσης ουσιώδους μεταβολής.

Περαιτέρω, η υπαλληλική υποχρέωση, δηλ. η υποχρέωση εκπλήρωσης υπηρεσιακού καθήκοντος, επί του συγκεκριμένου νόμου, υπάρχει και προβλέπεται, μόνο για την αρχική δήλωση περιουσιακής κατάστασης, που υποβάλλει εγγράφως ο υπάλληλος κατά το διορισμό του, ή τη δήλωση μεταβολής της περιουσιακής του κατάστασης. Συγκεκριμένα η λέξη «υποχρεούται» υπάρχει μόνο στην παρ. 1 του άρθρου 28 του ν. 3528/2007 που αναφέρεται στην αρχική με το διορισμό δήλωση του υπαλλήλου ή τη δήλωση μεταβολής της περιουσιακής του κατάστασης, στην οποία προφανώς πρέπει να δηλώσει ως προς ποία περιουσιακά στοιχεία, μεταβλήθηκε αυτή και μόνον εφόσον αυτά είναι ουσιώδη. Αυτά σημαίνουν, ότι το πειθαρχικό παράπτωμα της αμελούς εκπλήρωσης ή μη εκπλήρωσης ή ακόμη και παράβασης του υπαλληλικού καθήκοντος, αν υποτεθεί ότι μπορεί να προκύψει (διότι ούτε εκεί προκύπτει, αφού για τη θεμελίωση τέτοιων πειθαρχικών παραπτωμάτων, πρέπει να συντρέχουν και άλλες προϋποθέσεις, που στην περίπτωση αυτή δεν συντρέχουν), μπορεί, μόνο να προκύψει σχετικά με την υποβολή της αρχικής με το διορισμό δήλωσης του υπαλλήλου ή τη δήλωση μεταβολής της περιουσιακής του κατάστασης, διότι μόνο εκεί υφίσταται ρητά στο νόμο η υποχρέωσή του και σε καμία περίπτωση για τις υπεύθυνες δηλώσεις μη ουσιώδους μεταβολής, που υποβάλλονται ανά διετία. Από όλα τα παραπάνω προκύπτει σαφώς ότι το ελάχιστο, εσφαλμένα, αναφέρετε στο έγγραφό σας απόλυτα, χωρίς επιδεχόμενη αμφισβήτηση και με ιδιαίτερη επισήμανση (υπογραμμισμένα), ότι η μη υποβολή της δήλωσης περιουσιακής κατάστασης συνιστά πειθαρχικό παράπτωμα για όλους συλλήβδην του τύπους των δηλώσεων και για όλους συλλήβδην τους υπαλλήλους.

IV.

Στην παρ. 2 του άρθρου 28 του ν. 3528/2007 προβλέπονται τα εξής: «Kάθε δύο (2) χρόνια η αρμόδια υπηρεσία προσωπικού υποχρεούται να ζητεί …». Ακόμη, στην παρ. 4 του άρθρου 28 του ν. 3528/2007 προβλέπονται τα εξής : «Τα στοιχεία που περιλαμβάνονται στις ανωτέρω δηλώσεις αποτελούν υποχρεωτικά αντικείμενο επεξεργασίας και διαβιβάζονται σε ηλεκτρονική μορφή στη Γενική Γραμματεία Πληροφοριακών Συστημάτων του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών». Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτει σαφώς ότι, πουθενά στο νόμο (τουλάχιστον στο άρθρο 28 του ν. 3528/2007), δεν προβλέπεται ρητά, ότι η κάθε φορά αρμόδια υπηρεσία προσωπικού, είναι αρμόδια για τη συλλογή δηλώσεων περιουσιακής κατάστασης (ειδικά της αρχικής δήλωσης κατά το διορισμό και των περιουσιακών στοιχείων του ή της συζύγου μετά το γάμο). Για το μόνο που προβλέπεται ρητά, υποχρέωση της αρμόδιας υπηρεσίας προσωπικού, είναι να ζητά, από τους υπαλλήλους τις υπεύθυνες δηλώσεις ουσιώδους ή μη μεταβολής που υποβάλλονται ανά διετία, σύμφωνα με την παρ. 2 του ίδιου ως άνω άρθρου και νόμου, αλλά όχι και η συλλογή αυτών, πολύ δε περισσότερο δεν προβλέπεται, η παραμονή και φύλαξη αυτών στην αρμόδια υπηρεσία προσωπικού.

Από τα παραπάνω προκύπτει σαφώς, ότι εφόσον δεν ορίζεται κάτι σχετικό, ρητά στο νόμο, ώστε να είναι σίγουρο και ασφαλές αυτό, εσφαλμένα αναφέρετε στο έγγραφό σας (δημόσιο έγγραφο προϊσταμένης αρχής), κάτι που δεν αποτελεί διάταξη ρητή και απολύτως διευκρινισμένη ότι δηλ. οι υπάλληλοι πρέπει να υποβάλλουν δήλωση περιουσιακής κατάστασης στη Δ/νση Δ.Ε. Ν. Αχαίας, στο Τμήμα Αιγίου και το Τμήμα Επαγγελματικής Εκπαίδευσης αυτής.

Τούτο διότι, πρέπει να επισημανθεί ότι στο σημείο αυτό ειδικά, οι διατάξεις του ν. 3528/2007 διαφέρουν σημαντικά από τις διατάξεις του ν. 2683/1999, δεδομένου ότι εκείνος ο νόμος δεν προέβλεπε διαβίβαση σε ηλεκτρονική μορφή στη Γενική Γραμματεία Πληροφοριακών Συστημάτων του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών και ως εκ τούτου, δεν προέκυπταν ερωτήματα του τύπου, ποιος είναι αρμόδιος για τη διαβίβαση, εφόσον αυτός δεν ορίζεται ρητά στο νόμο. Αυτό φυσικά, σε  συνδυασμό με το γεγονός, ότι αυτά αποτελούν προσωπικά δεδομένα, τα οποία, αφού πλέον δεν αποστέλλονται σε κλειστό φάκελο, για να διαβαστούν ηλεκτρονικά από τρίτο, θα πρέπει υποχρεωτικά να έλθουν σε γνώση αυτού του τρίτου. Όλα αυτά λοιπόν, τα οποία αποτελούν λίαν σοβαρά θέματα, πρέπει να διευκρινιστούν, από τις προβλεπόμενες από το νόμο Κ.Υ.Α, οι οποίες εφόσον δεν έχουν εκδοθεί, είναι το ελάχιστο παρακινδυνευμένο, να ζητείται οτιδήποτε, χωρίς αυτές.

Για τον ίδιο λόγο και επειδή δεν έχει προϋπάρξει, όπως θα έπρεπε, συνεννόηση για την αποστολή των δηλώσεων περιουσιακής κατάστασης με τη Γ.Γ. Πληροφοριακών Συστημάτων του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών και οι δηλώσεις αυτές περιέχουν προσωπικά δεδομένα, είναι απολύτως παράνομο και αποτελεί χωρίς αμφισβήτηση ποινικό αδίκημα, το να κρατούνται και να παραμένουν στα γραφεία των κατά τόπους υπηρεσιών, τέτοιου είδους δηλώσεις, των οποίων δεν είναι γνωστή και σαφής, από πριν, η άμεση διαχείριση και αποστολή τους. Όλα αυτά φυσικά είναι παράνομα, διότι έρχονται σε αντίθεση με το ν. 2472/1997. Αυτό δε πολύ περισσότερο τη στιγμή που ο ίδιος ο νόμος δεν προβλέπει τίποτε, για τους τόπους και τους τρόπους φύλαξης τέτοιων δηλώσεων και ούτε τα γραφεία των υπηρεσιών εξασφαλίζουν, όπως απαιτείται για προσωπικά δεδομένα, τις συνθήκες ασφαλούς και απαραβίαστης φύλαξής τους.

V.

        Στην παρ. 5 του άρθρου 28 του ν. 3528/2007 προβλέπονται τα εξής: «Ο έλεγχος των δηλώσεων περιουσιακής κατάστασης … διενεργείται … από υπηρεσία του Υπουργείου και Οικονομίας και Οικονομικών που καθορίζεται με Κ.Υ.Α. των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και Οικονομίας και Οικονομικών». Εν προκειμένω όμως, μέχρι σήμερα δεν έχει εκδοθεί η ανωτέρω προβλεπόμενη ΚΥΑ, σύστασης και καθορισμού της αρμόδιας υπηρεσίας ελέγχου. Περαιτέρω, είναι δεδομένο ότι ο έλεγχος, είναι μοναδικός και τελικός σκοπός της όλης διαδικασίας των δηλώσεων περιουσιακής κατάστασης, για τον οποίο αν δεν έχει καθοριστεί εκ των προτέρων ο μηχανισμός λειτουργίας του, ώστε να είναι αυτός ενεργός, είναι παράνομες ως αντιβαίνουσες στο νόμο ν. 2472/1997, όλες οι προπαρασκευαστικές ενέργειες, όπως αυτές της συλλογής δηλώσεων που αναφέρετε στο έγγραφό σας. Τούτο διότι, η συλλογή, και χωρίς λόγο παρακράτηση  των προσωπικών δεδομένων, όπως είναι οι δηλώσεις περιουσιακής κατάστασης, είναι παράνομη και απαγορευμένη, αν δεν έχει προκαθοριστεί ο μηχανισμός ελέγχου και επεξεργασίας τους, που αποτελεί  και το μόνο νόμιμο της όλης διαδικασίας, που είναι, η τυχόν διαπίστωση, πειθαρχικών και ποινικών παραπτωμάτων που θα προκύψουν από την επεξεργασία και τον έλεγχο αυτών των δηλώσεων (βλ. απόφαση αριθ. 1619/2001 της αρχής προστασίας προσωπικών δεδομένων).

                                 VΙ.

Περαιτέρω, εν προκειμένω πρέπει να σημειωθεί, ότι οι υπόλοιπες ή τουλάχιστον οι πλείστες από τις υπόλοιπες Δ/νσεις Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης της χώρας, δεν έχουν αποστείλει παρόμοια έγγραφα και δεν έχουν ζητήσει, από τους υπαλλήλους τους δηλώσεις περιουσιακής κατάστασης με οποιαδήποτε μορφή. Με δεδομένο όμως το ανωτέρω, στη συγκεκριμένη περίπτωση, παραβιάζεται κατάφωρα η αρχή της ισότητας και της ίσης μεταχείρισης μεταξύ των υπαλλήλων και μάλιστα του ίδιου υπουργείου. Αυτό δε είναι πολύ σοβαρό, τη στιγμή που λόγω της μη έκδοσης των προβλεπόμενων ΚΥΑ, μπορεί να γίνουν λάθη κατά την υποβολή των δηλώσεων, τα οποία θα έχουν σοβαρές επιπτώσεις για όλους.

VΙΙ.

Τέλος, πρέπει να επισημανθούν τα εξής, τα οποία καθιστούν εσφαλμένο το έγγραφό σας, περί υποβολής δηλώσεων περιουσιακής κατάστασης, χωρίς προηγουμένως να έχουν εκδοθεί οι προβλεπόμενες ΚΥΑ, με τις οποίες τα σημεία αυτά οφείλουν να διευκρινιστούν σαφώς και με ρητό και ασφαλή τρόπο. Σε κάθε περίπτωση δε, ούτε εσείς πριν αποστείλετε το εν λόγω έγγραφό σας έχετε ζητήσει και λάβει ήδη εγγράφως σχετικές διευκρινήσεις, ως οφείλατε, προκειμένου να είστε σε θέση να απαντήσετε, με ασφαλή τρόπο, επί των θεμάτων αυτών :

Α)Ποια θεωρούνται από το νόμο συνοικούντα τέκνα και γιατί, ώστε να μην παραβιάζεται η αρχή της ίσης μεταχείρισης προσώπων που έχουν ακριβώς την ίδια ιδιότητα (βλ. απόφαση αριθ. 1619/2001 της αρχής προστασίας προσωπικών δεδομένων και διατάξεις περί ισότητας του Συντάγματος)

Β)Η δήλωση της περιουσιακής κατάστασης του τρίτου, οικονομικά ενισχύοντος, τον υπάλληλο, σε τι έντυπο θα πρέπει να υποβάλλεται και αν θα πρέπει και εκτός από την οικονομική ενίσχυση αυτή καθ’ εαυτή να περιέχει και την περιουσιακή κατάσταση των τρίτων, δεδομένου ότι η αναφορά της περιουσιακής κατάστασης του τρίτου υπερβαίνει το σκοπό της επεξεργασίας και ελέγχου των περιουσιακών στοιχείων του υπαλλήλου και είναι αντίθετη προς το ν. 2472/1997 (απόφαση αριθ. 1619/2001 της αρχής προστασίας προσωπικών δεδομένων)

Γ)Ποιες ακριβώς τραπεζικές καταθέσεις οι οποίες αποτελούν κινητή περιουσία, θα πρέπει να δηλώνονται. Ειδικότερα, συμπεριλαμβάνονται ή όχι και οι καταθέσεις στις οποίες ο υπάλληλος φαίνεται ως απλός συγκαταθέτης με άλλο άτομο, στο οποίο όμως ανήκει ουσιαστικά η κατάθεση, και επί της οποίας, αυτό και μόνο έχει την ουσιαστική διαχείρισή της (π.χ, συγκαταθέτης με τον υπερήλικα γονέα του).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΖΗΤΑΜΕ: Να ανακληθεί το ανωτέρω αριθ. πρωτ. Φ82722/25-2-2013 έγγραφο – εγκύκλιό σας, για τους λόγους που παραπάνω αναφέραμε. Άλλως και επικουρικά να ανασταλεί η ισχύς του, μέχρι την έκδοση των προβλεπόμενων από το νόμο Κ.Υ.Α., οι οποίες οφείλουν να απαντήσουν και να επιλύσουν, νομίμως, όλα τα ανωτέρω προκύπτοντα, σοβαρά και με επιπτώσεις, ζητήματα, για τα οποία προς το παρόν υπάρχει κενό νόμου, που καθιστά την εφαρμογή του εγγράφου – εγκυκλίου σας, λίαν δυσχερή και μη πραγματοποιήσιμη, με τρόπο ο οποίος θα είναι σίγουρα και ασφαλώς ο ορθός και ο νόμιμος.

Εξάλλου, είναι δεδομένο ότι, τα προηγούμενα έτη, δεν έχουν ζητηθεί από την υπηρεσία σας, ούτε δηλώσεις περιουσιακής κατάστασης, ούτε υπεύθυνες δηλώσεις ουσιώδους ή μη μεταβολής της, πράγμα που αποτελεί κατά το νόμο υποχρέωση της υπηρεσίας, ώστε αυτή να μην είναι σήμερα σε θέση, να ζητά την ορθή δήλωση που είναι η υπεύθυνη δήλωση της ουσιώδους η μη μεταβολής της περιουσιακής κατάστασης, η οποία όμως προϋποθέτει την αρχική δήλωση περιουσιακής κατάστασης, ή τη δήλωση περί μεταβολής της ή μη, της αμέσως προηγούμενης διετίας.

Ακόμη είναι δεδομένο, ότι εφόσον εκ του νόμου δεν ορίζεται καμία προθεσμία, ούτε αποκλειστική, ούτε καν ενδεικτική, για τη συλλογή και την υποβολή των δηλώσεων περιουσιακής κατάστασης και των υπευθύνων δηλώσεων ουσιώδους ή μη μεταβολής της, εντός της κάθε διετίας, και εφόσον οι σχετικές ΚΥΑ δεν έχουν ακόμη εκδοθεί, είναι μη νόμιμος και σε κάθε περίπτωση παράτυπος, ο ορισμός από μέρους σας και με το έγγραφο σας, τέτοιας προθεσμίας, διότι εσείς εκ της θέσεώς σας, ούτε νομοθετείτε, ούτε ερμηνεύετε το νόμο.

Αυτό δε το γεγονός της μη ύπαρξης τέτοιας προθεσμίας, σας δίνει τη δυνατότητα και την άνεση, αναστολής του συγκεκριμένου εγγράφου – εγκυκλίου σας.

Τέλος ζητάμε να μας ενημερώσετε μέχρι την Παρασκευή 5/4/2013 αν ανακαλείτε ή αναστέλλετε το συγκεκριμένο έγγραφο – εγκύκλιό σας, προκειμένου να ενημερώσουμε με τη σειρά μας τους συναδέλφους.

Για τα ΔΣ

Ο Πρόεδρος της Α΄ ΕΛΜΕ                               Η Πρόεδρος της Β΄ ΕΛΜΕ

Σταμούλης Θόδωρος                                                        Κάρμα Μαρία