Α΄ ΕΛΜΕ ΑΧΑΪΑΣ, ΜΑΝΙΑΚΙΟΥ 6 & ΚΟΡΙΝΘΟΥ, ΠΑΤΡΑ
ΤΗΛ. / FAX: 2610 – 278776
mail: aelmeahaias@gmail.com, http://aelmeahaias.wordpress.com

Πάτρα,   03/04/2017

ΛΟΓΟΙ μη αποδοχής της μαθητείας και ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ για το 4ο έτος ειδίκευσης των ΕΠΑΛ

Το ΔΣ της Α΄ΕΛΜΕ Αχαΐας, στα πλαίσια της απόφασής του στις 16/01/2017 υιοθετεί την ανάλυση και το σκεπτικό της μελέτης της ομάδας εργασίας του ΚΕΜΕΤΕ που πραγματοποιήθηκε υπό την αιγίδα της Α΄ΕΛΜΕ Αχαΐας στο τέλος του 2015 με συντονιστή το μέλος  του ΔΣ του ΚΕΜΕΤΕ (και μέλος της Α΄ΕΛΜΕ) Παναγιώτη Μπούρδαλα.

Α) Διάκριση Επαγγελματικής Εκπαίδευσης και κατάρτισης

Το τελευταίο διάστημα, ένα από τα πάγια αιτήματα της ΟΛΜΕ, το οποίο για πρώτη φορά εμφανίστηκε στο υπόμνημα της 27/11/2006 (ως αίτημα μεταβατικού χαρακτήρα), αφορά την ένταξη στο Επαγγελματικό Λύκειο όλων εκείνων των ειδικοτήτων που έχουν αντίστοιχες σχολές στην τριτοβάθμια εκπαίδευση. Αν κάποιος θελήσει να κατανοήσει την ορθότητα ή όχι αυτού του αιτήματος, θα πρέπει να προσεγγίσει το θέμα θεωρητικά, κάνοντας αρχικά μια αποσαφήνιση των συχνά συγχεόμενων μεταξύ τους όρων «επαγγελματική εκπαίδευση» και «επαγγελματική κατάρτιση» και ακολούθως λειτουργώντας συνδυαστικά να εξάγει τα δικά του συμπεράσματα.

Η επαγγελματική εκπαίδευση σύμφωνα με την διεθνή βιβλιογραφία είναι: «…η συστηματική και οργανωμένη διαδικασία που αποβλέπει στη μετάδοση θεωρητικών γνώσεων και στην ανάπτυξη δεξιοτήτων με σκοπό να προετοιμάσει τους εκπαιδευόμενους για την άσκηση συγκεκριμένου επαγγέλματος, συγχρόνως όμως τους προσφέρει πρόσθετες γενικές γνώσεις και έτσι τους δίνει την ευκαιρία για επαγγελματική ανέλιξη και πρόσβαση σε ανώτερη βαθμίδα εκπαίδευσης». Επιπλέον στο γλωσσάριο του CEDEFOP, (Ευρωπαϊκού Κέντρου για την Ανάπτυξη της Επαγγελματικής Κατάρτισης): «…η επαγγελματική εκπαίδευση στη δεύτερη βαθμίδα της εκπαίδευσης, στον κύκλο που ακολουθεί την υποχρεωτική εκπαίδευση, σαν όρος χρησιμοποιείται για να δηλώσει την εκπαίδευση που προετοιμάζει για επαγγέλματα που δεν είναι τεχνικά, όπως τα γεωργο-κτηνοτροφικά, οικονομίας και διοίκησης, κοινωνικών υπηρεσιών, κτλ». Η επαγγελματική κατάρτιση είναι «…το τμήμα εκείνο της επαγγελματικής εκπαίδευσης, που είναι η συστηματική οργανωμένη διαδικασία απόκτησης εξειδικευμένων επαγγελματικών γνώσεων και δεξιοτήτων, οι οποίες ανταποκρίνονται σε συγκεκριμένες εργασιακές απαιτήσεις, χωρίς διέξοδο σε περαιτέρω σπουδές αλλά με άμεσο στόχο την έξοδο του εκπαιδευόμενου στην αγορά εργασίας…».

Επιπλέον στο γλωσσάριο του CEDEFOP: «…η επαγγελματική κατάρτιση αποτελεί μέρος της επαγγελματικής εκπαίδευσης που παρέχει τις ειδικές επαγγελματικές γνώσεις και δεξιότητες με τις οποίες ολοκληρώνεται η επαγγελματική επάρκεια του εκπαιδευόμενου, και το οποίο αποτελεί αντικείμενο επαγγελματικής επιμόρφωσης…». [ΠΗΓΗ: Cedefop (2008c). Terminology of European education and training policy: Quality in education and training / a selection of 100 key terms. Luxembourg: Publications Office].

Τέλος σύμφωνα με το Ν. 3475/2006, άρθρο 1, «περί οργάνωσης και λειτουργίας της δευτεροβάθμιας επαγγελματικής εκπαίδευσης και άλλων διατάξεων» σκοπός της Δευτεροβάθμιας Επαγγελματικής Εκπαίδευσης «είναι ο συνδυασμός της γενικής παιδείας (ν.1566/1985) με την τεχνική επαγγελματική γνώση έτσι ώστε οι απόφοιτοι να είναι ικανοί να απασχοληθούν με επιτυχία σε ορισμένο επάγγελμα ή να συνεχίσουν τις σπουδές τους στην επόμενη εκπαιδευτική βαθμίδα».

Από τα πιο πάνω συνάγεται πως η επαγγελματική κατάρτιση δεν στοχεύει στην παροχή ευρύτερων γνώσεων και γενικής εκπαίδευσης -γεγονός που αποτελεί ένα από τους στόχους της επαγγελματικής εκπαίδευσης- αλλά περιορίζεται σε παροχή καθαρά εξειδικευμένων γνώσεων και δεξιοτήτων, σχεδιασμένη καθώς φαίνεται περισσότερο για την ανάπτυξη του εργατικού δυναμικού και όχι για μαθητές.

Β) Η χρήση του όρου «Μαθητεία»

  1. Θα υπενθυμίσουμε ότι ένας από τους στόχους του Επαγγελματικού Λυκείου είναι μέσα από την ταυτόχρονη ανάπτυξη γνώσεων, δεξιοτήτων και ικανοτήτων να εξασφαλίσει στον απόφοιτό του κοινωνική καταξίωση, σταθερή εργασία και δυνατότητες ανέλιξης. Στις ηλικίες αυτές οι μαθητές/τριες αποδέχονται τα καινούρια μαθησιακά αντικείμενα ή τις νέες εκπαιδευτικές μεθόδους γιατί είναι εύπλαστοι, αποκτώντας με αυτό τον τρόπο ένα ευρύ φάσμα, θεωρητικών γνώσεων και ανάλυσης πληροφοριών, οι οποίες τους επιτρέπουν να κατανοήσουν το πεδίο εργασίας ή σπουδής τους και να εφαρμόσουν τα όσα έμαθαν σε ένα γενικό πλαίσιο.
  2. Η χρήση του όρου της «μαθητείας» στο ΕΠΑΛ πρέπει να αποφευχθεί διότι σύμφωνα με το Ευρωπαϊκό Κέντρο για την Ανάπτυξη της Επαγγελματικής Κατάρτισης (Cedefop) στα χαρακτηριστικά των προγραμμάτων της μαθητείας αναφέρεται ότι: «οι μαθητευόμενοι υπάγονται σε καθεστώς υπαλλήλου και αμείβονται για την εργασία τους, αλλά και ότι υπό ιδανικές συνθήκες, βασίζονται σε σύμβαση ή επίσημη συμφωνία μεταξύ του εργοδότη και του μαθητευόμενου, αλλά ενίοτε βασίζονται και σε σύμβαση με το εκπαιδευτικό ίδρυμα». Είναι φανερό ότι αν λειτουργήσει έτσι η εκπαίδευση ο μαθητής δεν θα αντιμετωπίζεται πλέον ως μαθητής αλλά ως εργαζόμενος. Οι απαιτήσεις αλλάζουν και πλέον ο οργανισμός (δημόσιος ή ιδιωτικός) θα συμπεριλαμβάνει το μαθητή στο εργατικό του δυναμικό. Η μαθητεία θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί με επιτυχία για την κατάρτιση, επανακατάρτιση, μετεκπαίδευση ή επανεκπαίδευση ανέργων με στόχο την ένταξή τους στις ανάγκες της αγοράς εργασίας και φυσικά τη μείωση της ανεργίας σε μεταγενέστερο χρόνο.

Ως εκ τούτου, είναι προτιμότερος ο όρος «πρακτική άσκηση» σε σχέση με τον όρο «μαθητεία», διότι μόνο μέσα από την πρακτική άσκηση θα διασφαλιστεί η πληρέστερη και καλύτερη κατανόηση και εφαρμογή των θεωρητικών γνώσεων, εάν θέλουμε πραγματικά οι μαθητές/τριες να επιτελούν στο τέλος των σπουδών τους αυτόνομα, ποιοτικά και ποσοτικά εργασίες σε ένα συγκεκριμένο πεδίο εργασίας ή σπουδής που απαιτεί επαγγελματική επάρκεια.

  1. Κατά τη διάρκεια της μαθητείας, την εποπτεία την έχει ο χώρος υποδοχής (οργανισμός δημόσιος ή ιδιωτικός) ο οποίος πρωτίστως, όπως είναι λογικό, ενδιαφέρεται για την κάλυψη των δικών του αναγκών και προτεραιοτήτων (πώς θα καλυφθούν κενά στην καθημερινή του λειτουργία, πως θα βγει κέρδος από την εν λόγω δραστηριότητα, κτλ) και δευτερευόντως να κάνει τη διασύνδεση της θεωρίας με την πράξη. Η κατάλληλη σύνδεση θεωρίας και πράξης είναι μια δύσκολη υπόθεση, για τον εργαζόμενο του οργανισμού δημόσιου ή ιδιωτικού που θα αναλάβει την παρακολούθηση των μαθητών/τριών. Αντίθετα, αυτό είναι το έργο του εκπαιδευτικού. Σε κάθε περίπτωση όταν πρόκειται για διασύνδεση του εκπαιδευτικού θεσμού με τον κόσμο της εργασίας (δημόσιο και ιδιωτικό) θα πρέπει να είμαστε ιδιαίτερα προσεκτικοί και να γίνεται με τέτοιο τρόπο ώστε να ωφελείται πρώτα ο μαθητής και μεσο-μακροπρόθεσμα το κοινωνικό σύνολο.
  2. Η πρακτική άσκηση και τα εργαστήρια θα πρέπει να συνδυάζονται με τις θεωρητικές γνώσεις και να υλοποιούνται κατά τέτοιο τρόπο, κατά τη διάρκεια της επαγγελματικής εκπαίδευσης, ώστε να έχουμε θετικά αποτελέσματα. Είναι σημαντικό, το επίπεδο στις βασικές ικανότητες, γνώσεις και δεξιότητες που θα αποκτήσουν οι μαθητές/τριες να είναι αυξημένο, προκειμένου αυτό να αποτελέσει τη βάση a) για επιτυχή άσκηση ενός επαγγέλματος, b) για ανώτερες σπουδές και επαγγελματική ανέλιξη (για όσους το επιθυμούν), c) για να έχουν τη δυνατότητα να παρακολουθούν τις τεχνολογικές και εργασιακές εξελίξεις αλλά και τα προγράμματα δια βίου μάθησης, d) για την περαιτέρω εξειδίκευση και επαγγελματική τους πρόοδο. Θετικά αποτελέσματα θα επιτευχθούν στην περίπτωση που υπάρχουν συγκεκριμένοι εκπαιδευτικοί στόχοι και το εκπαιδευτικό πρόγραμμα είναι άψογα οργανωμένο σε όλα τα επίπεδα, γεγονός το οποίο θα φροντίσει ο εκπαιδευτικός, ως ο επαγγελματίας της εκπαιδευτικής διαδικασίας.
  3. Εάν η επαγγελματική εκπαίδευση και συγκεκριμένα το κομμάτι αυτής που αναφέρεται στη πρακτική άσκηση περάσει στα χέρια του εκάστοτε οργανισμού (δημόσιου ή ιδιωτικού) ελλοχεύει ο κίνδυνος της κατάργησης της εκπαιδευτικής διαδικασίας και της επιστροφής σε μια παλιά εποχή όπου η εκμάθηση μιας επαγγελματικής δραστηριότητας γινόταν με τη μορφή «μάστορας-τσιράκι», μακριά από εκπαιδευτικούς χώρους, μέσα σε χώρους δουλειάς. Έτσι όμως, καταργείται η σημασία της επιστήμης, με αποτέλεσμα οι επαγγελματικές δραστηριότητες και η πρόσβαση σε αυτές να γίνεται σε ένα επίπεδο τεχνικού μιμητισμού. Σε αυτό το σημείο θα προσθέσουμε ότι η παρατήρηση, ναι μεν είναι μια σημαντική ικανότητα, την οποία πρέπει να αναπτύξουμε στον/ην μαθητή/τρια αλλά δεν είναι μόνο αυτή. Υπάρχουν πλείστες άλλες, που πρέπει να αναπτυχθούν και γι αυτό είναι απαραίτητη η παρουσία του εκπαιδευτικού στο χώρο εργασίας.
  4. Εάν επιθυμούμε να έχουμε ποιότητα στην εκπαίδευση, ο καθ’ ύλη αρμόδιος εκπαιδευτικός πρέπει να επιβλέπει τους μαθητές είτε στο εργαστήριο, είτε στην πρακτική άσκηση, έτσι ώστε, να ανακαλύπτει ποιες είναι οι ικανότητες και δεξιότητες που έχουν οι μαθητές/τριες, να διερευνά τις υπάρχουσες γνώσεις τους καθώς και που έχουν κλίση, να διορθώνει τα λάθη τους, να τους βοηθά να αναπτύξουν νέες δεξιότητες ή να συμπληρώσουν τις δεξιότητες στις οποίες πιθανόν υστερούν π.χ αυτοεκτίμηση-αυτοπεποίθηση, κ.λ.π. Στη συνέχεια θα πρέπει επιστρέφοντας στην αίθουσα διδασκαλίας ή στο εργαστήριο ο εκπαιδευτικός να γνωρίζει τι ακριβώς έκανε ή είδε ο μαθητής στο χώρο εργασίας ώστε να είναι σε θέση να καλύψει πιθανά κενά, να κάνει τις απαραίτητες διευκρινήσεις ή να επεξεργαστεί λύσεις ή/και τη λήψη αποφάσεων στο χώρο εργασίας.  Όλα αυτά και πολλά άλλα στα οποία δεν μπορούμε να αναφερθούμε σε αυτό το κείμενο, δεν μπορούν να γίνουν όταν την ευθύνη υλοποίησης την έχουν οι υπεύθυνοι των χωρών υποδοχής για πολλούς και διαφόρους λόγους.
  5. Τέλος, οι εκπαιδευτικοί γνωρίζουν μοντέλα μάθησης, εκπαιδευτικές τεχνικές και μεθόδους και είναι αυτοί που μπορούν να τα εφαρμόσουν. Αντιθέτως δεν μπορεί να γίνει αυτό από επιχειρηματίες ή οποιονδήποτε άλλο εργαζόμενο διότι καταρχάς δεν έχει τις απαραίτητες παιδαγωγικές/εκπαιδευτικές γνώσεις αλλά και, επιπλέον, ο εργαζόμενος στην εκάστοτε επιχείρηση ασχολείται με την κύρια εργασία του για την οποία πρέπει να είναι παραγωγικός, αν δεν θέλει να τη χάσει. Σε αυτές τις περιπτώσεις η εκπαίδευση μπαίνει σε δεύτερη μοίρα και χρησιμοποιείται μόνο για την αύξηση του εισοδήματος των εργαζομένων.

Γ) ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

a.Υλοποίηση πρακτικής άσκησης

Το ορθότερο λοιπόν θα ήταν στο 4ο έτος του ΕΠΑΛ, να μιλάμε για πρακτική άσκηση, που θα αποτελεί μέρος της εκπαιδευτικής διαδικασίας – επομένως  όχι εργασία, όχι μαθητεία – η οποία θα πραγματοποιείται υπό την καθοδήγηση και την εποπτεία εκπαιδευτικών της Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης. Η πρακτική άσκηση θα υλοποιείται 2 ημέρες την εβδομάδα, τις υπόλοιπες 3 ημέρες θα γίνονται θεωρητικά και εργαστηριακά μαθήματα στο χώρο του σχολείου. Η ύλη θα πρέπει να είναι ανάλογη του επιπέδου τους και των διδακτικών ωρών που θα έχουν στη διάθεση τους καθώς και να διδάσκεται με τέτοιους ρυθμούς που να τους δίνεται ο χρόνος να κατανοήσουν και να εμπεδώσουν όσα κάνουν.

Όσον αφορά τις συνθήκες υλοποίησης της πρακτικής άσκησης για να είναι αποτελεσματική θα πρέπει να γίνεται σε ομάδες, έως 7-8 μαθητές/τριες, το ανώτερο, ανά εκπαιδευτικό. Οι μαθητές/τριες θα πρέπει στο τέλος της ημέρας να συντάσσουν ημερήσια φύλλα εργασίας με τις εργασίες, στις οποίες έχουν κάνει πρακτική άσκηση έτσι ώστε ο εκπαιδευτικός να έχει εικόνα του/της συγκεκριμένου/ης μαθητή/τριας (στο φύλλο αυτό μπορεί να αναφέρονται και άλλα στοιχεία τα οποία θα προκύψουν έπειτα από μελέτη των στόχων (άμεσων-μεσοπρόθεσμων – μακροπρόθεσμων).

β. Σκέψεις για μετά το 4ο έτος ειδίκευσης

Επίσης, το 4ο έτος θα μπορούσε να λειτουργήσει και ως συμπληρωματικό στην περίπτωση που θα επιλέξουν να συνεχίσουν τις σπουδές τους σε ένα άλλο επίπεδο ή την κατάρτιση τους στην άτυπη εκπαίδευση -για όσο καιρό υφίσταται- προκειμένου να ανέβουν επίπεδο. Στο σημείο αυτό θα πρέπει να προσέξουμε έτσι ώστε οι εν λόγω μαθητές/τριες να είναι σε πλεονεκτικότερη θέση, όσον αφορά την ειδικότητά τους, σε σχέση με τους απόφοιτους του Γενικού Λυκείου και να πριμοδοτούνται στις περιπτώσεις που επιλέξουν να συνεχίσουν στο ίδιο ή σε παρεμφερή επαγγέλματα.

Τέλος μπορεί να γίνει πρακτική άσκηση των αποφοίτων του 4ου έτους του Επαγγελματικού Λυκείου σε οργανισμό τόσο του Δημόσιου όσο και του Ιδιωτικού τομέα, όπως είναι η πρακτική άσκηση των ΤΕΙ ή οι ασκούμενοι δικηγόροι, μετά το πέρας των σπουδών τους στο αντίστοιχο επίπεδο, έχοντας όμως ασφαλιστικά και συνταξιοδοτικά δικαιώματα, και όχι μόνο την ασφάλεια ατυχήματος, στον εργασιακό χώρο.

Για το Δ. Σ.

Ο Πρόεδρος                 Ο Γραμματέας

Ψαρράς Σπύρος               Μακρίδης Στάθης

Advertisements